Η Βίκυ Δερμάνη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960, όπου διαμένει και εργάζεται μέχρι σήμερα. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές.

«Πάνε χρόνια που σαν αγρίμι», εκδόσεις ΑΩ, 2009.

«Λέξεις βρύα της ψυχής», εκδόσεις ΑΩ, 2010.

«Με μια φλόγα όπως πάντα», εκδόσεις ΑΩ, 2012.

«Πικροί ως άψινθος καρποί», εκδόσεις ΑΩ, 2013.

«Έρωτας κραταιός ως θάνατος», εκδόσεις ΑΩ, 2014.

«Ο πόνος μαύρος σκύλος π’ αλυχτά» εκδόσεις ΑΩ, 2016.

«Ψυχή πουθενά» εκδόσεις ΑΩ, 2017.

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα:

Τα ποιήματα του 2010. Κοινωνία των (δε)κάτων, 2011

Προσκλητήριο

Πέρα στον κάμπο ακούστηκε προσκλητήριο από μια φωνή απόκοσμη και μαγευτική που είχε το σχήμα των αλεξανδρινών ή του ηλιοτρόπιου, του Πηνειού ή του Όλυμπου και ύστερα από μια φωνή άλλη που έμοιαζε με σταγόνα τεράστια νερού που πέφτει στο ποτάμι ή στη θάλασσα, στις ρημαγμένες ή έρημες πόλεις.

Ο πολυπράγμων κορυδαλλός, της μέρας ο αγγελιοφόρος, ρούφηξε λαίμαργα τις κρεμασμένες στα φύλλα του σφένδαμου ασημένιες νυχτερινές σταγόνες δροσιάς. Ανάλαφρα πήδηξε από κλαδί σε κλαδί κι ύστερα χάθηκε.

Πίσω απ’ τους θάμνους κρύφτηκαν της νύχτας οι σιωπές. Οι ρέουσες βροχές των υψηλών ονείρων, ξαφνικά, σταμάτησαν. Οι αιχμηρές ακίδες της ελπίδας, την απόγνωση κρατώντας παραμάσχαλα, έκαναν θόρυβο μεγάλο καθώς χάνονταν στο άνοιγμα μιας χαράδρας βαθιάς και ζοφερής. Πίσω απ’ τις ξερολιθιές και τις πεζούλες κροτάλιζαν, σαν το σφυρί πάνω στο αμόνι, οι πρώτες σφαίρες του διχασμού. Τα παιδιά κάτω στον κάμπο ρολόγια φόρεσαν με μαύρους δείχτες. Χάσμα βαραθρώδες, άβυσσος τα χώριζε στα δυο. Στις βαθυπράσινες και βουερές πλαγιές των γύρω βουνών τριγύριζε ο θάνατος. Πάνε μέρες πολλές που, υπομονετικά υφαίνοντας το σκοτεινό του δίχτυ, παραμόνευε.

Όταν η μέρα για τα καλά έφεξε το πορφυρό του ήλιου άρμα ζέστανε για τα καλά το χώμα το ποτισμένο από αίμα φρεσκοχυμένο. Το καλοκαίρι τούτο από χέρια αδερφικά θερίστηκε. Οι καβαλάρηδες οι δίχως άλογα, οι ρίχνοντες πέτρες σε νερά λιμνάζοντα, πρώτα στα στάχυα πάνω χόρεψαν κι έπειτα για πάντα αποκοιμήθηκαν κάτω απ’ τον απόηχο των όπλων. Γίνηκε τότε στον κάμπο σύναξη νεκρών με φρύδια δασύτριχα πάν’ από μάτια σφαλιστά, με ρωμαλέες ασάλευτες ρυτίδες, με στόματα αφανισμένα απ’ ανάσες δηλητηριασμένες. Μετά το μακελειό, τα ουρλιαχτά και οι σπαρακτικές κραυγές των μαυροφορεμένων γυναικών ουρανό και γη έσεισαν. Ο αγέρας θρηνούσε κι αυτός. Έκλαιγε γοερά πάνω απ’ τους στο χώμα πεσμένους. Τα δάκρυά του ως σκόνη πηχτή σκέπασαν τους αγροτόδρομους, τους φράχτες τους συρμάτινους, τις στέγες, τ’ αγριόχορτα των θερισμένων χωραφιών. Οι αετοί καρφώθηκαν στα δέντρα. Τσακάλια γέμισαν τον κάμπο και όρνια αρπαχτικά.

Η προδοσία μαύρος καπνός έγινε και σκέπασε τα σπίτια τα καμένα. Ο ψυχρός θάνατος, με πρόσωπο μακελάρη φοβερού, ορθός μετρούσε κουφάρια με χαίνουσες πληγές. Στα πόδια του δίπλα στέκονταν λύκοι με μάτια εξαγριωμένα και κόκκινα, με δόντια ως λεπίδες μυτερά έτοιμοι να καταβροχθίσουν ότι από άνθρωπο απέμεινε. Στις ρίζες των δέντρων κούρνιαζαν κυοφορούσες οχιές και φονικές λεπίδες. Ο ήλιος την πορεία του συνεχίζοντας ξάκριζε τις σκιές των νεκρών καθώς το μεσημέρι κοντοζύγωνε.

*με αφορμή: Τα παιδιά κάτω στον κάμπο του Μάνου Χατζιδάκι

 

Έρημο σπίτι

Σιγά-σιγά αποσύρεται η μέρα
του φωτός ταράζεται η κινούμενη άμμος
ίσκιοι μονάχα και ερημιά αναδύονται
ούτε μια κίνηση ούτε μια λέξη
σ’ ένα φθινόπωρο που ετοιμοθάνατο κείτεται
γυμνό κι έκθετο απ’ τη λεηλασία του χειμώνα
απ’ το στόμα βγάζοντας πικρές αναθυμιάσεις
με ρήτρα αίματος εδόθη η ζωή
σε μη αντιστρέψιμη πράξη θανάτου
με φθόγγους μικρούς και ζώου κραυγές
αδιάρρηκτες σκιές απειλητικές και δυσοίωνες
παραφυλάνε παντού – τρομοκρατούν τα πάντα
στήνοντας δίχτυα αδιάρρηκτα με μοχθηρές μεθόδους
γλείφει ο πατέρας απ’ το αίμα τις πληγές
κροταλίζουν τα σάπια της μάνας δόντια
επάνω στο τραπέζι τρία ανάβουνε κεριά
τρία κεφάλια από σώματα ορφανά
πάνω σε καρέκλες κάθονται ραγισμένες
περασμένα μεσάνυχτα
στους ίσκιους της βραδιάς
τούτο το σπίτι κοιμάται ακατοίκητο