Βαθιά κρίση στις γαλλοτουρκικές σχέσεις – Ένας νέος ψυχρός πόλεμος!

Η νέα ένταση ανάμεσα στην Τουρκία και τη Γαλλία έρχεται να υπογραμμίσει τις ανακατατάξεις στην περιοχή αλλά και ανταγωνισμούς με σημαντικό ιστορικό βάθος

Η Γαλλία δεν άφησε ποτέ ούτε την Αφρική ούτε τη Μεσόγειο. Μπορεί να μην είναι πια η αποικιακή δύναμη του παρελθόντος, όταν τόσο στο Μαχρέμπ όσο και στην υποσαχάρια Αφρική υπήρχαν μεγάλες γαλλικές αποικίες (ή στην περίπτωση τα Αλγερίας και προσαρτημένες περιοχές), όμως δεν έπαψε ποτέ να θεωρεί ότι έχει λόγο για τα τεκταινόμενα στην περιοχή. Το ίδιο ισχύει και για την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, όπου καλό είναι να μην ξεχνάμε ότι η διεκδίκηση των «εντολών» για τη διοίκηση της Συρίας και του Λιβάνου την επαύριον του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, επίσης αντανακλούσε μια θεώρηση «σφαιρών επιρροής» που θα παραμείνει ένα μόνιμο στοιχείο της γαλλικής θεώρησης των πραγμάτων.

Μάλιστα, δεν θα πρέπει κανείς να παραβλέψει ότι η Γαλλία επίσης ποτέ δεν έπαψε να θεωρεί ότι δεν είναι μόνο μια ευρωπαϊκή δύναμη αλλά και μία «μεγάλη δύναμη». Αυτό αποτυπώθηκε, άλλωστε, και στην επιμονή της Γαλλίας να διατηρεί ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, να έχει αεροπλανοφόρα (το σήμα κατατεθέν της ικανότητας επέμβασης εκτός συνόρων) και φυσικά να διατηρεί το δικό της πυρηνικό οπλοστάσιο, συμπεριλαμβανομένων υποβρυχίων με στρατηγικούς πυραύλους. Δεν είναι τυχαίο ότι πολύ συχνά η Γαλλία υπογραμμίζει ότι μέσα στην ΕΕ, μετά την αποχώρηση της Μεγάλης Βρετανίας, είναι η μόνη χώρα που διαθέτει μόνιμη έδρα στο Συμβούλιο Ασφαλείας, ένοπλες δυνάμεις με δυνατότητα διεξαγωγής μείζονος σύγκρουσης εκτός συνόρων και πυρηνική αποτρεπτική δύναμη.

Άλλωστε, μετά τις ΗΠΑ και τη Ρωσία η Γαλλία θα μπορούσε να θεωρηθεί από τις πιο ενεργητικές χώρες σε παρουσία εκτός συνόρων, έχοντας μια σταθερή στρατιωτική παρουσία στην Υποσαχάρια Αφρική, όπου ουσιαστικά έχει αναλάβει το μεγαλύτερο βάρος ως προς την αντιμετώπιση των ένοπλων ισλαμιστικών οργανώσεων που δρουν εκεί, ενώ διατηρεί στρατιωτική παρουσία και σε άλλα σημεία όπως το Τζιμπουτί.

Για όλους αυτούς τους λόγους είναι εύλογο η Γαλλία να έχει ένα σημαντικό ενδιαφέρον για τις εξελίξεις στη Μεσόγειο και τη Βόρεια Αφρική.

Η σύγκρουση για τη Λιβύη

Η σύγκρουση για τη Λιβύη αποτυπώνει τους διαφορετικούς προσανατολισμούς Τουρκίας και Γαλλίας πάνω στη συγκεκριμένη εμφύλια σύγκρουση.

Η Γαλλία είχε εξαρχής ανάμειξη, ήδη από την εποχή των δυτικών βομβαρδισμών το 2011. Όταν ξέσπασε η αντιπαράθεση ανάμεσα στη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση στην Τρίπολη και το Κοινοβούλιο στο Τομπρούκ (και τις ένοπλες δυνάμεις του στρατηγού Χαφτάρ) Τουρκία και Γαλλία στήριξαν αντίπαλες παρατάξεις. Η Τουρκιά μαζί με το Κατάρ υποστήριξαν την κυβέρνηση της Τρίπολης, συνεχίζοντας με τον έναν τον τρόπο το νήμα της στήριξης κυβερνήσεων που παραπέμπουν στη γραμμή της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Αντίθετα, η Γαλλία θεώρησε ότι ήταν προτιμότερη η στήριξη του Χαφτάρ (που είχε και τη στήριξη της Αιγύπτου, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και της Ρωσίας) θεωρώντας ότι αυτό θα αποτελούσε ανάχωμα εναντίον των Ισλαμιστών. Προφανώς και πέραν των γεωπολιτικών επιδιώξεων η Λιβύη είχε μια σημασία και ως χώρα με σημαντικά ενεργειακά αποθέματα.

Με την κλιμάκωση της εμφύλιας σύγκρουση στη Λιβύη κλιμακώθηκε και η εμπλοκή της Γαλλίας και της Τουρκίας. Ειδικά η Άγκυρα θεώρησε ότι εδώ είχε την ευκαιρία αφενός να κατοχυρωθεί ως περιφερειακή δύναμη αφετέρου να προωθήσει τα σχέδιά της για τη «Γαλάζια Πατρίδα» βρίσκοντας την πρώτη χώρα της Μεσογείου που ήταν διατεθειμένη να υπογράψει μαζί της συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ. Κομβική πλευρά του υπολογισμού της το γεγονός ότι η κυβέρνηση της Τρίπολης παρέμενε η κυβέρνηση που ήταν αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ ως τέτοια.

Αυτό έφερε τις δύο χώρες σε μεγάλη αντιπαράθεση καθώς από όλες τις δυτικές χώρες η Γαλλία ήταν που περισσότερο εμφανώς στήριζε την πλευρά Χαφτάρ, την ώρα που η Τουρκία αναβάθμιζε τη στρατιωτική εμπλοκή της στέλνοντας εξοπλισμό και διευκολύνοντας τη μετάβαση μισθοφόρων από τη Συρία. Τμήμα της σύγκρουσης και οι όροι εφαρμογής της συμφωνίας για το απαγόρευση μεταφοράς όπλων στη Λιβύη.

Αποκορύφωμα της αντιπαράθεσης το περιστατικό της 10ης Ιουνίου όταν η Γαλλία υποστήριξε ότι τουρκικά σκάφη «κλείδωσαν» στα ραντάρ τους τη φρεγάτα Κουρμπέ όταν αυτή προσπάθησε να ελέγξει εμπορικό πλοίο, συνοδευόμενο από τουρκικά πολεμικά σκάφη, το οποίο θεώρησε ύποπτο για παράνομη μεταφορά όπλων. Εξαιτίας αυτής της κατά τη γνώμη της εχθρικής ενέργειας η Γαλλία αποχώρησε από τη σχετική αποστολή. Η Τουρκιά υποστηρίζει ότι τα πράγματα δεν είχαν έτσι και ότι έδωσε όλες τις εξηγήσεις στη σχετική εσωτερική έρευνα του ΝΑΤΟ, με τον τούρκο ΥΠΕΞ Μεβλούτ Τσαβούτογλου να ζητά πρόσφατα από την Τουρκία να ζητήσει συγγνώμη.

Ωστόσο, η μεγάλη δυσκολία της Γαλλίας σε σχέση με τη λιβυκή κρίση είναι ότι επειδή η Ρωσία έχει προσφέρει έστω και εν μέρει υποστήριξη στην πλευρά Χαφτάρ, οι ΗΠΑ και άλλες δυνάμεις τείνουν να υποστηρίζουν την πλευρά της κυβέρνησης της Τρίπολης. Επιπλέον, η Γερμανία διεκδικεί επίσης να έχει ένα ρόλο δύναμης που θα μπορούσε να βοηθήσει σε ένα συμβιβασμό.

Την ίδια στιγμή βέβαια η Γαλλία εξακολουθεί να έχει μια ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία στην Αφρική συνολικά και ειδικότερα στη Βόρεια Αφρική και το Μαχρέμπ. Μπορεί η Τουρκία να έχει αποκτήσει πρόσβαση σε μια από τις παρατάξεις της Λιβύης, όμως η Γαλλία διατηρεί σχέσεις και συναλλαγές με πολύ περισσότερες χώρες της περιοχής

Το βάθος της αντιπαράθεσης

Η αντιπαράθεση δεν αφορά απλώς συγκρουόμενα σχέδια πάνω στη διαχείριση περιφερειακών κρίσεων. Ούτε καν απλώς το πώς η Γαλλία βλέπει με μεγάλη επιφύλαξη την προσπάθεια μιας ακόμη δύναμης να αποκτήσει πρόσβαση σε μια περιοχή στην οποία θεωρεί ότι έχει τον πρώτο λόγο.

Η Γαλλία βλέπει ούτως ή άλλως με επιφύλαξη την προσπάθεια μιας χώρας την οποία κυβερνά μια παραλλαγή «πολιτικού Ισλάμ» να αποκτήσει αυξημένη διεθνή παρουσία. Σε πείσμα της δημοκρατικής ρητορικής των γαλλικών κυβερνήσεων, η Γαλλία είναι από τις χώρες που βλέπει με τη μεγαλύτερη επιφύλαξη την εμφάνιση μιας ισλαμικής πολιτικής ή πολιτιστικής ταυτότητας, ξεκινώντας από το πώς αντιμετωπίζει σχετικά ζητήματα στο εσωτερικό της ως προς τους μουσουλμάνους πολίτες της. Ήταν η χώρα που ήδη από τη δεκαετία του 2000 πήρε την ευθύνη πρακτικά να ανακόψει την ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας. Παραμένει η χώρα που πιο εύκολα συζητά κυρώσεις σε βάρος της Τουρκίας εντός ΕΕ. Όλα αυτά παραπέμπουν σε μια γαλλική εκτίμηση ότι ούτως ή άλλως πρέπει να ανακοπούν οι φιλοδοξίες της Τουρκίας.

Σε όλα αυτά προστίθενται και τα ζητήματα που αφορούν τα ενεργειακά της Νοτιοανατολικής Μεσογείου όπου η Γαλλία, που για παράδειγμα ήδη έχει εξασφαλίσει «οικόπεδα» της Κυπριακής ΑΟΖ δεν βλέπει με καλό μάτι τη διαρκή αμφισβήτηση από την Τουρκία των κυπριακών κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Μια σύγκρουση εντός του ΝΑΤΟ

Η αντιπαράθεση Γαλλίας και Τουρκίας είναι και μια σύγκρουση εντός του ΝΑΤΟ. Μάλιστα, έχει ενδιαφέρον ότι η Τουρκία σε διάφορες στιγμές έχει τοποθετηθεί ως υπερασπιστής του ΝΑΤΟ, σε αντιδιαστολή με την απαξιωτική αναφορά που είχε κάνει ο πρόεδρος Μακρόν στο «εγκεφαλικά νεκρό ΝΑΤΟ». Βέβαια από την άλλη, η γαλλική πλευρά πάντα υπογραμμίζει ότι η Τουρκία επιμένει στα ρωσικά πυραυλικά συστήματα S-400, ενώ το Παρίσι κατηγορεί την Άγκυρά για την άρνησή της να αποδεχτεί το σχέδιο Eagle Defender για την Πολωνία και τις Βαλτικές χώρες, σχέδιο το οποίο η Τουρκία έχει πει ότι θα μπλοκάρει όσο το ΝΑΤΟ δεν κατατάσσει τις κουρδικές πολιτοφυλακές PYD ανάμεσα στις τρομοκρατικές οργανώσεις. Αίτημα δύσκολο να γίνει δεκτό, εάν σκεφτούμε ότι οι ΗΠΑ στηρίχτηκαν σε αυτές κατά τις επιχειρήσεις κατά του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία.

Ο αντίκτυπος στην ΕΕ

Η γαλλικά αντιπαλότητα προς την Τουρκία μπορεί να έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο εντός ΕΕ, ιδίως τώρα που η Βρετανία έχει αποχωρήσει. Βέβαια, η ενταξιακή διαδικασία είναι ήδη παγωμένη και άρα εκεί δεν υπάρχουν περιθώρια πίεσης. Υπάρχουν, όμως, σε άλλα ζητήματα όπως η βίζα για τους τούρκους πολίτες ή το πότε θα θεωρηθεί η Τουρκία ασφαλής για τον τουρισμό εν μέσω πανδημίας. Από την άλλη, όμως, υπάρχει πάντα το όριο που είναι η Κοινή Δήλωση ΕΕ-Τουρκίας για το προσφυγικό, την οποία ιδίως το Βερολίνο θέλει να προστατεύσει.

Οι αναμνήσεις της αποικιοκρατίας και οι πραγματικοί συσχετισμοί

Η κατεύθυνση που θα πάρει η σύγκρουση θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό και από τις εξελίξεις στη Λιβύη και από το εάν η πολιτική εξέλιξη εκεί θα κατοχυρώσει ή θα διακυβεύσει τη θέση της Τουρκίας. Η παρέμβασή της μπόρεσε να διαμορφώσει ένα συσχετισμό που ακύρωσε την επίθεση Χαφτάρ. Δεν εξασφάλισε, όμως, και την πλήρη ειρήνευση με πλευρές της σύγκρουσης να παραμένουν ενεργές.

Η Τουρκία διεκδικεί να έχει έναν ρόλο περιφερειακής δύναμης, όπως έδειξε στη Συρία ή με τον τρόπο που υποστηρίζει τα αιτήματα των Παλαιστινίων. Καθόλου τυχαίο ότι πολύ συχνά υπογραμμίζει ότι χώρες όπως η Γαλλία έχουν ένα αποικιοκρατικό παρελθόν. Όμως, δεν είναι δεδομένο ότι αυτό θα την καταστήσει ηγετική δύναμη, ιδίως όταν ο Ερντογάν διεκδικεί και την οθωμανική κληρονομιά. Ο ρόλος περιφερειακής δύναμης απαιτεί μια ευρύτερη ικανότητα διαχείρισης κρίσεων και εκπροσώπησης μιας ισορροπίας δυνάμεων, που δεν είναι δεδομένο ότι αυτή τη στιγμή τη διαθέτει η Τουρκία.

Η Γαλλία από την άλλη έχει πολύ μεγαλύτερο βάθος ως προς την παρουσία και ιστορικούς δεσμούς, όμως επίσης είναι μια δύναμη που δεν έχει δείξει ότι μπορεί να εκπροσωπήσει μια προοπτική επίλυσης κρίσεων στην ευρύτερη περιοχή, την ώρα που ο τρόπος που κάποιες φορές φέρεται ως να θέλει να είναι το ανάχωμα έναντι του Ισλάμ θα μπορούσε όντως να αναγνωσθεί ως ανάμνηση της αποικιοκρατίας.

Σε κάθε περίπτωση η συγκεκριμένη αντιπαράθεση θα συνεχίσει να είναι μία από τις βασικές παραμέτρους των ευρύτερων συγκρούσεων στην περιοχή.