Στέφανος Καπίνο: «Δεν ήθελα να φύγω από τον Παναθηναϊκό, μου είπαν πως δεν θα παίζω»

Στέφανος Καπίνο

Τι και αν είναι ακόμα 26 ετών; Έχει ήδη προλάβει να ζήσει όσα σε άλλους δεν αρκεί μία ολόκληρη καριέρα.

Πολλά από αυτά που ονειρευόταν όταν ήταν μικρό παιδί 12 χρονών και έκανε τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα στην Ακαδημία του Παναθηναϊκού. Με την απόφαση του να αγωνιστεί στον Ολυμπιακό δίχασε τον κόσμο του τριφυλλιού.

Το μόνο βέβαιο όμως, όπως θα διαπιστώσετε και παρακάτω, είναι πως ουδέποτε έπαψε να σέβεται το σύλλογο στον οποίο ανδρώθηκε και ο οποίος του έδωσε την ευκαιρία να αγωνιστεί σε ψηλό επίπεδο.

Το SDNA ταξίδεψε στη Βρέμη και συνάντησε τον Στέφανο Καπίνο. Εκεί όπου πλέον αγωνίζεται με τη φανέλα της Βέρντερ. Μακριά από την Ελλάδα πλέον, αισθάνεται πιο ώριμος αλλά και συνάμα πιο ήρεμος από ποτέ.

Μέσα από τις εμπειρίες του έχει καταλάβει όσα έκανε λάθος, έχει κρατήσει όσα μαθήματα πήρε και με βάση αυτά κοιτάει το μέλλον με ακόμα μεγαλύτερη αισιοδοξία. Στην αποκλειστική συνέντευξη που μας παραχώρησε, γύρισε το χρόνο πίσω.

Θυμήθηκε την περίοδο που βρέθηκε στην ίδια ομάδα με παίκτες όπως ο Καραγκούνης και ο Κατσουράνης και καλα – καλά… δεν το πίστευε.

Αποκάλυψε πως το καλοκαίρι του 2014 δεν ήθελε να φύγει από τον Παναθηναϊκό και πως το έπραξε κατόπιν πίεσης από πλευράς του συλλόγου που είχε ανάγκη τα χρήματα από τη συγκεκριμένη μεταγραφή. Παράλληλα, δεν έκρυψε την επιθυμία του να επιστρέψει και πάλι στην Εθνική ομάδα. Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως όταν έκανε ντεμπούτο με την γαλανόλευκη, στις 15 Νοεμβρίου του 2011, έγραψε ιστορία καθώς έγινε ο νεότερος ποδοσφαιριστής που φορά το εθνόσημο, ξεπερνώντας τον σπουδαίο Θωμά Μαύρο.

Ακόμα, αναφέρθηκε στην εμπειρία του στη Νότιγχαμ Φόρεστ και τις δυσκολίες που είχε για εκείνον η συγκεκριμένη περίοδος αλλά και στον στόχο του  Βαγγέλη Μαρινάκη για τον ιστορικό αγγλικό σύλλογο. Όσο για το «σήμερα»; Όπως μας εξήγησε, απολαμβάνει την εμπιστοσύνη που εισπράττει από την Βέρντερ αλλά παράλληλα αισθάνεται την ανάγκη να γίνει και πάλι στην ομάδα που ανήκει… «Νο 1».

Ξεκινώντας, πως είναι η ζωή στη Βρέμη;

«Η ζωή στη Βρέμη είναι ήρεμη. Πρόκειται για μία πόλη όμορφη και μικρή σχετικά. Η καθημερινότητα περιλαμβάνει προπόνηση και μετά επιστροφή στο σπίτι για φαγητό ή κανέναν καφέ. Δεν θυμίζει τη ζωή στην Ελλάδα που όλη μέρα είσαι έξω. Αυτό βέβαια σε βοηθάει αρκετά στο να συγκεντρωθείς στο στόχο σου».

Η χρονιά για εσάς δεν έχει πάει ως τώρα καλά. Το φοβόσασταν αυτό στο ξεκίνημά της και τι έχει φταίξει;

«Η χρονιά πράγματι δεν έχει πάει καλά έως τώρα. Ο στόχος μας όταν ξεκινούσε ήταν να βγούμε στην Ευρώπη. Αυτή τη στιγμή δυστυχώς ο στόχος μας είναι η παραμονή στην κατηγορία, κάτι που στην αρχή της σεζόν δεν το φανταζόμασταν καν. Θα έλεγα πως έχουν φταίξει πολύ παράγοντες. Είχαμε αρκετούς τραυματισμούς στο ξεκίνημα, μετά έπαιξε ρόλο και η ατυχία. Από ένα σημείο και μετά άμα σε πάρει από κάτω, είναι δύσκολο να επανέλθεις. Έχουμε όμως ακόμα αρκετά παιχνίδια μπροστά μας και θεωρώ πως στο τέλος θα τα καταφέρουμε. Η  ομάδα δεν έχει ρόστερ για να υποβιβαστεί».

Είναι η πρώτη φορά που είσαι σε ομάδα που παλεύει για την παραμονή στην κατηγορία. Ως τώρα είχες μάθει να είσαι σε ομάδες που πρωταγωνιστούσαν. Πως το βιώνεις αυτό;

«Είναι σίγουρα κάτι τελείως διαφορετικό. Ένας πρωταθλητισμός από την αντίθετη πλευρά. Είναι σαν να θέλεις να πάρεις ένα πρωτάθλημα. Είναι διαφορετικό να είσαι δέκατος και να λες ότι ουσιαστικά έχει τελειώσει η σεζόν μιας και δεν έχεις στόχους και διαφορετικό να παλεύεις κάθε εβδομάδα για τους βαθμούς που θα σώσουν την κατηγορία. Η Βέρντερ είναι ένας πολύ ιστορικός σύλλογος στη Γερμανία, είναι η ομάδα με τις περισσότερες συμμετοχές στην Μπουντεσλίγκα. Υπάρχει σίγουρα πολύ μεγάλο άγχος για την παραμονή πλέον γιατί κανείς δεν θέλει να ζήσει έναν υποβιβασμό».

Πάμε λίγο στην εμπειρία σου στην Αγγλία. Πως θα συνέκρινες την εμπειρία σου εκεί σε σχέση με τα όσα ζεις τώρα στη Γερμανία;

«Είναι κάτι τελείως διαφορετικό γιατί δεν ήμουν στην Πρέμιερ Λιγκ, ήμουν στην Τσάμπιονσιπ. Φυσικά πρόκειται για ένα επίσης πολύ σκληρό πρωτάθλημα που κατά τη γνώμη μου βρίσκεται ανάμεσα στα 6-7 καλύτερα πρωταθλήματα της Ευρώπης από οικονομικής άποψης αλλά και από άποψη παικτών που αγωνίζονται εκεί. Σίγουρα όμως δεν συγκρίνεται με την Μπουντεσλίγκα. Το ποδόσφαιρο εδώ είναι πολύ καλύτερο. Υπάρχει μία επιθετική φιλοσοφία, να ξεκινήσει το παιχνίδι από πίσω με σωστό build up. Δεν είναι ποδόσφαιρο της γιόμας. Ήταν πάντως μικρό το διάστημα της παραμονής μου στην Αγγλία και σίγουρα δεν πρόλαβα να αποκτήσω μία πλήρη εικόνα».

Πως βίωσες εκεί μία ομάδα χτισμένη από Έλληνες σε ένα πρωτάθλημα τόσο ψηλού επιπέδου;

«Στην Νότιγχαμ τότε άρχισε να υλοποιείται ο στόχος που είχε ο Βαγγέλης Μαρινάκης για το σύλλογο. Να αρχίσει, δηλαδή, να δημιουργείται μία ομάδα που θα καταφέρει μετά από κάποια χρόνια να επιστρέψει στην Πρέμιερ Λιγκ και φέτος βλέπουμε ότι η προσπάθεια που έγινε αποδίδει. Η ομάδα είναι κοντά στο στόχο της. Ήθελε να δώσει πολλά στην ομάδα ο Βαγγέλης Μαρινάκης, βελτίωσε πολύ τις εγκαταστάσεις της και επένδυσε πολλά χρήματα».

Αισθανόσουν πως πρόκειται για μία ομάδα που αποτελούνταν από πολλούς Έλληνες ή επρόκειτο για κάτι τελείως διαφορετικό από έναν ελληνικό σύλλογο;

«Δεν μπορείς να το βιώσεις πολύ το ελληνικό στοιχείο. Είχα μεν κάποιους να μιλήσω ελληνικά αλλά θα έλεγα πως αυτή ήταν και η μόνη διαφορά. Από εκεί και πέρα, δούλευαν σε πολύ καλά στάνταρ».

Η εμπειρία σου εκεί πως ήταν;

«Ήταν πολύ μικρό το χρονικό διάστημα στη Νότιγχαμ και η ομάδα εκείνη την περίοδο δεν είχε και κάποιο ξεκάθαρο στόχο. Ήταν και για μένα προσωπικά μία δύσκολη περίοδος τότε τόσο ψυχολογικά όσο και γενικότερα. Συνέπεια όλων αυτών ήταν να μην μου έχει μείνει και η καλύτερη εικόνα. Παρ’ όλα αυτά, είναι σίγουρα ένα πολύ ιστορικό κλαμπ που πρέπει να βρίσκεται στην Πρέμιερ Λιγκ. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο Βαγγέλης Μαρινάκης ανέλαβε το σύλλογο και πιστεύω πως σύντομα θα τα καταφέρει. Οι επενδύσεις και το concept που είδα εγώ το καλοκαίρι πριν φύγω ήταν τελείως διαφορετικά σε σχέση με τη χρονική περίοδο που πήγα εγώ στην ομάδα».

Ολοκληρώνεται, λοιπόν, η θητεία σου στη Νότιγχαμ και έρχεσαι στη Βέρντερ Βρέμης. Είχαν υπάρξει τότε και σενάρια για επιστροφή σου στην Ελλάδα. Πως πήρες την απόφαση να έρθεις στη Γερμανία;

«Τα σενάρια να γυρίσω στην Ελλάδα ήταν αστεία. Δεν υπήρχε ούτε μία στο εκατομμύριο να γυρίσω τότε στην Ελλάδα. Πήρα την απόφαση να έρθω εδώ για να καθαρίσει το μυαλό μου από μία πολύ δύσκολη χρονιά. Από εκεί και πέρα, η Βέρντερ είναι ένα πολύ μεγάλο κλαμπ και μόνο που έδειξε τέτοιο ενδιαφέρον για μένα και έκανε τέτοια προσπάθεια για να με αποκτήσει, μου έδειξε πάρα πολλά πράγματα που είχα πολύ μεγάλη ανάγκη να δω εκείνη την περίοδο. Ήξερα ότι όταν έρθω εδώ θα βρω έναν τερματοφύλακα που προερχόταν από δύο εξαιρετικές σεζόν στην Μπουντεσλίγκα, αλλά παράλληλα ήξερα πως υπήρχε και ένα πλάνο για μένα από την ομάδα».

Ποιο ήταν αυτό το πλάνο;

«Το πλάνο ήταν αναλόγως τη χρονιά που θα κάνει ο τερματοφύλακας, να πωληθεί και μετά να βασιστούν σε μένα. Δεν μου είπαν ξεκάθαρα πως θα γίνω εγώ το «Νο 1» αλλά μου κατέστησαν σαφές πως θα πάρω πράγματα ανάλογα με αυτά που θα τους δείξω. Το ότι ανανέωσαν το συμβόλαιό μου μέσα σε έξι μήνες στην ομάδα, δείχνει για μένα πολλά».

Πως είναι για έναν τερματοφύλακα να πηγαίνει σε μία ομάδα γνωρίζοντας εξ’ αρχής πως εκείνη τη στιγμή δεν θα είναι πρώτος;

«Δεν είναι εύκολο. Ειδικά για έναν τερματοφύλακα όπως εγώ που θέλει να αγωνίζεται, θέλει να βγαίνει μπροστά, να έχει τον πρώτο ρόλο όπου είναι και να πρωταγωνιστεί. Ήταν όμως, όπως είπα και προηγουμένως, πολύ σημαντικό για εμένα να πάω κάπου που να νιώσω καλά και να καθαρίσει το κεφάλι μου. Να μπορέσω να δουλέψω και να συγκεντρωθώ σε αυτό που κάνω. Το είχα χάσει αυτό τα τελευταία χρόνια. Υπάρχουν τόσοι αντιπερισπασμοί στο ποδόσφαιρο στην Ελλάδα που χάνεσαι. Πραγματικά αυτό ήταν το πιο σημαντικό κομμάτι για μένα».

Πέραν των όσων έλεγαν για σένα, θεωρείς πως είχες κάνει και εσύ κάτι λάθος και είχες χάσει αυτή την ηρεμία τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα;

«Σίγουρα έκανα λάθη. Πρώτα από όλα ότι ασχολήθηκα με τα όσα έλεγαν για μένα, αντί να κοιτάξω την πορεία μου και το πως θα βελτιωθώ. Πρέπει να κλείνεις τα αυτιά σου και αυτό θα έκανα αν γυρνούσα τα χρόνο πίσω. Επειδή όμως δεν μπορώ να γυρίσω τον χρόνο πίσω, σκέφτομαι πως ό,τι κάνεις στη ζωή σου είναι ένα μάθημα και σίγουρα από την εμπειρία μου στην Ελλάδα πήρα πολλά μαθήματα που μου φαίνονται τώρα πολύ χρήσιμα».

Μέσα από αυτή σου την πορεία ως τώρα στο ποδόσφαιρο, τι είναι αυτό που εσύ έχεις κρατήσει πιο έντονα;

«Είμαι πλέον 26 αλλά παρ’ όλα αυτά έχω προλάβει να ζήσω πολλά πράγματα. Έχω μάθει πολλά από την εμπειρία μου στο ποδόσφαιρο. Σίγουρα έχω γίνει καλύτερος άνθρωπος, τα έχω βρει με τον εαυτό μου. Έχω μάθει να διαχειρίζομαι πολλές καταστάσεις που δεν ήξερα στο παρελθόν και αντιδρούσα πολύ βιαστικά. Έβγαινα μπροστά χωρίς να υπάρχει λόγος. Πλέον φιλτράρω το καθετί δύο και τρεις φορές».

Για ένα παιδί που στην ηλικία που το έκανες εσύ, βρίσκεται να παίζει βασικός στον Παναθηναϊκό, πόσο εύκολο είναι να παραμείνει συγκεντρωμένο στο στόχο του;

«Δεν είναι εύκολο αλλά πρέπει να το κάνεις. Γι’ αυτό πιστεύω πως είναι καλό τα νέα παιδιά να δοκιμάζουν από νωρίς την τύχη τους στο εξωτερικό. Στην Ελλάδα ασχολούμαστε περισσότερο από όσο πρέπει, υπάρχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από αυτό που πρέπει. Η κάθε ομάδα έχει καμιά δεκαριά σάιτ και αυτό σίγουρα δεν βοηθάει. Πρέπει να κλείνεις τα αυτιά σου, αλλιώς μόνο εσύ έχεις να χάσεις. Αν αρχίσεις να σκέφτεσαι πως φταίει ο ένας ή φταίει ο άλλος, χάνεις τον δρόμο σου».

Η πίεση που αισθανόσουν στην Ελλάδα σε ένα μεγάλο ματς ή ακόμα και στην καθημερινότητα, συγκρίνεται με την αντίστοιχη εδώ στη Γερμανία;

«Το κακό με την Ελλάδα είναι ότι αισθανόσουν πίεση μόνο σε 3-4 ματς σε όλη τη χρονιά. Εδώ αισθάνεσαι πίεση σε κάθε ματς γιατί κάθε ματς είναι ένα ντέρμπι. Στην Ελλάδα είναι διαφορετική η πίεση ενός ντέρμπι γιατί εκεί δεν είναι μόνο ποδόσφαιρο. Θα βγεις μετά το ματς για έναν καφέ και θα το ζήσεις. Εδώ δεν υπάρχει με την ίδια έννοια ένα ντέρμπι. Μπορεί για παράδειγμα το Αμβούργο – Βέρντερ να ήταν ένα σπουδαίο ματς, αλλά ήταν κάτι τελείως διαφορετικό. Στο κλάσικο της Ελλάδας θα πας με συνοδεία τα ΜΑΤ, θα γίνουν παρατράγουδα. Εδώ θα πας στο γήπεδο, θα έχει φιλάθλους της άλλης ομάδας. Μπορεί και εδώ να γίνει κάποια φασαρία αλλά αυτή δεν θα έχει καμία σχέση με τα όσα γίνονται στην Ελλάδα».

Έχεις δει όσο είσαι εδώ να γίνονται ποτέ επεισόδια;

«Δεν έχω δει, όχι. Έξω από το γήπεδο έχω ακούσει να έχουν υπάρξει κάποια περιστατικά, αλλά όχι κάτι σημαντικό. Στην Ελλάδα τα έχουμε φτιάξει στο μυαλό μας έτσι τα ντέρμπι. Έχουμε μεγαλώσει με αυτή την εικόνα των ντέρμπι. Και εγώ ήθελα να ζήσω αυτά τα ματς και πλέον τα έχω ζήσει και από τις δύο πλευρές. Σίγουρα είναι ωραίο να παίζεις ένα τέτοιο ματς, κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει».

Μεγάλωσες σε μία σπουδαία Ακαδημία όπως αυτή του Παναθηναϊκού. Σου έδωσε στοιχεία εκτός ποδοσφαίρου που σου φαίνονται χρήσιμα ακόμα και σήμερα στην πορεία σου;

«Σίγουρα το ότι ήμουν στην Ακαδημία του Παναθηναϊκού από τα 12, βοήθησε στο να μεγαλώσουμε σαν μία οικογένεια όλα τα παιδιά που ήμασταν τότε. Εγώ, ο Μαυρίας, ο Τριανταφυλλόπουλος, ο Ρισβάνης, ο Μαρινάκης. Ουσιαστικά μεγαλώσαμε μαζί και παίξαμε μετά στην πρώτη ομάδα. Ήταν κάτι πολύ ωραίο αυτό γιατί έπαιζες στην πρώτη ομάδα με τους φίλους σου. Βέβαια, όταν παίξεις στην πρώτη ομάδα καταλαβαίνεις πως όλα είναι πολύ διαφορετικά. Ό,τι μπορεί να έχεις μάθει από την Ακαδημία, μπορεί να μην συμβαδίζει με την πρώτη ομάδα. Χάνεται λίγο η μαγεία γιατί περνάς σε άλλα πλαίσια. Την πρώτη φορά που έπαιξα δεν το είχα καταλάβει, για να είμαι ειλικρινής. Τότε ζούσα το όνειρο, να παίζω στα 17 μου στον Παναθηναϊκό. Δεν συνειδητοποιούσα τίποτα. Δεν κοιτούσα τη βαθμολογία καν, περίμενα απλά να έρθει το σαββατοκύριακο να ξαναπαίξω. Ήμασταν πρώτοι και δεν το κοιτούσα καν, δεν με ένοιαζε. Έλεγα από μέσα μου «Θεέ μου, τι γίνεται εδώ; » Και μόνο που έπαιζα στην ίδια ομάδα με τον Καραγκούνη και τον Κατσουράνη».

Πως ήταν στα 17 σου να παίζεις με ποδοσφαιριστές σαν τον Καραγκούνη ή σαν τον Κατσουράνη;

«Δεν θυμάμαι, είναι μακρινό πια (σ.σ γελώντας). Εντάξει ήταν κάτι φοβερό. Εκεί που τους έβλεπες και ήταν τα ινδάλματά σου, βρισκόσουν στο ίδιο γήπεδο, έπρεπε να κερδίσεις μαζί τους. Έπρεπε να τους μιλήσεις και να σου μιλήσουν, να σου φωνάξουν και να τους ακούσεις».

Έγινες μέλος της Εθνικής ομάδας σε πολύ μικρή ηλικία. Τώρα το σκέφτεσαι πως θέλεις να επιστρέψεις;

«Εννοείται ότι υπάρχει στο μυαλό μου γιατί στην Εθνική δεν είμαι ουσιαστικά μόνο τα δύο τελευταία χρόνια. Κλήθηκα για πρώτη φορά το 2011 και από το 2013 ως και το 2018 ήμουν συνεχώς στην Εθνική. Έχω μεγαλώσει με αυτό και έχω μάθει να είμαι μέλος της Εθνικής. Αυτή τη στιγμή όμως δεν έχω την απαίτηση να είμαι στην Εθνική γιατί δεν αγωνίζομαι. Σίγουρα όμως έχω στο μυαλό μου να παίξω εδώ και να επιστρέψω στην Εθνική».

Όταν ήρθες εδώ είχες έναν τραυματισμό που σε κράτησε πίσω. Πως διαχειρίζεται ένας αθλητής έναν τέτοιο τραυματισμό;

«Ήταν ο ίδιος τραυματισμός που με ταλαιπωρούσε από τον Ολυμπιακό. Είχα βιαστεί να επιστρέψω τότε και δεν είχα κάνει καλή αποκατάσταση. Εδώ ήρθε και κόλλησε η φάση αυτή. Με το που ήρθα, στη δεύτερη προπόνηση, τραυματίστηκα. Είναι όμως τέτοια η όλη διαχείριση της ομάδας, η αγάπη και η σιγουριά που σου δείχνουν που σε κάνουν να θέλεις να δώσεις το 200% για να επιστρέψεις δυνατός. Πράγματι, επέστρεψα Γενάρη και τον Ιούνιο υπέγραψα νέο συμβόλαιο. Ήθελα να τους δείξω πράγματα, τα είδαν και ανταμείφθηκα για αυτό. Αυτό δεν είναι κάτι που συνηθίζεται τόσο στο εξωτερικό όσο και στην Ελλάδα».

Έχοντας, λοιπόν, υπογράψει και ένα νέο συμβόλαιο, τι είναι αυτό που σκέφτεσαι για το μέλλον σου; Υπάρχει στο μυαλό σου το ενδεχόμενο της επιστροφής στην Ελλάδα;

«Δεν είναι στόχος μου να επιστρέψω στην Ελλάδα αλλά έχω μάθει στη ζωή μου ότι… ποτέ μη λες ποτέ. Εδώ είδα πράγματα που με κάλυψαν. Ήταν πραγματικά πολύ δύσκολο για μένα να μείνω σε μία ομάδα γνωρίζοντας ότι δεν θα παίζω και αυτό το ζω καθημερινά. Ειδικά τώρα που νιώθω πολύ καλά με τον εαυτό μου. Τώρα που ξέρω πως έχω γίνει καλύτερος τερματοφύλακας και έχω ανέβει επίπεδο σε σχέση με αυτό που πίστευα πως ήμουν κάποτε. Δεν μπορώ όμως να το δείξω κάπου αυτό. Το κλαμπ όμως έχει όλα όσα με καλύπτουν σαν Στέφανο και αυτό με ωθεί στο να κάνω υπομονή. Κάτι που δεν έκανα ποτέ ως τώρα στη ζωή μου. Ήμουν ένας άνθρωπος που δεν έκανε ποτέ υπομονή. Όταν έχεις ζήσει κάτι τόσο έντονα από μικρός, τα θέλεις όλα γρήγορα. Δεν μαθαίνεις να ζυγίζεις τα πράγματα σωστά».

Ήσουν ένα από τα μεγάλα ταλέντα της ηλικίας σου όταν ξεκίνησες την επαγγελματική σου πορεία. Θεωρείς ότι στην Ελλάδα οι ομάδες δεν διαχειρίζονται σωστά τα ταλέντα που έχουν στις Ακαδημίες τους σε σχέση με άλλα ευρωπαϊκά κλαμπ;

«Στον Παναθηναϊκό αυτό έχει φανεί. Δεν μπορεί να υπάρχουν ταλέντα σαν τον Νίνη, τον Μαυρία ή εμένα που ήμασταν ανάμεσα στα μεγάλα ταλέντα της Ευρώπης και η ομάδα να παίρνει το πολύ δύο εκατ. ευρώ για τον καθέναν μας. Είναι τελείως λάθος η διαχείριση. Για παράδειγμα εγώ αν δεν γυρνούσε τότε ο Αναστασίου μπορεί να μην έπαιζα ποτέ ξανά. Δεν μπορεί να έχεις έναν 17χρονο ταλέντο και να μην έχεις ένα πλάνο για το πως θα χτίσεις πάνω σε αυτό το παιδί. Αυτό είναι κάτι που το βλέπεις παντού στη Γερμανία. Δεν υπάρχει περίπτωση να δεις ένα παιδί 17 χρονών να παίζει καλά και να μην έχουν ήδη σκεφτεί πως θα τον αξιοποιήσουν. Θα πρέπει να κάνει εγκλήματα στη συνέχεια για να μην έχει ανάλογη πορεία. Υπάρχει το παράδειγμα του τερματοφύλακα της Σάλκε που ξεκίνησε πολύ καλά και ό,τι λάθη και αν έχει κάνει, δεν αλλάζουν το πλάνο που έχουν για αυτόν. Δεν τον άφησαν έξω για ένα ή δύο λάθη και εν τέλει τον πούλησαν στην Μπάγερν Μονάχου. Ο Παναθηναϊκός είχε τον Νίνη, πήγε στην Πάρμα ελεύθερος. Σίγουρα φταίμε και εμείς σαν παίκτες αλλά ήμασταν 18 χρονών, δεν μπορούσαμε να κρίνουμε τα πάντα σωστά. Θα έπρεπε και η ομάδα να μας κατευθύνει με βάση κάποιο πλάνο. Εγώ τότε ήμουν 19 ετών, προερχόμουν από ένα Μουντιάλ και δεν ήθελα να φύγω από τον Παναθηναϊκό».

Αυτό το λες για πρώτη φορά…

«Ναι, το λέω για πρώτη φορά αυτό. Δεν ήθελα να φύγω από τον Παναθηναϊκό το 2014 και τους έλεγα ξεκάθαρα. Ήταν κάτι που με είχε ενοχλήσει το γεγονός πως μου έλεγαν πως ή θα φύγω ή δεν θα παίζω την επόμενη χρονιά επειδή είχαν ανάγκη τα λεφτά. Δεν ένιωθα έτοιμος να φύγω τότε. Ήθελα να παίξω μία χρονιά ακόμα που θα είχε και ευρωπαϊκά ματς και μετά να είμαι πιο έτοιμος να φύγω. Καταλαβαίνω ότι η ομάδα είχε ανάγκη τότε τα χρήματα, αλλά αυτή ήταν η δική τους πλευρά. Εγώ ήξερα πως ο Παναθηναϊκός τότε θα έπαιζε προκριματικά Τσάμπιονς Λιγκ. Σαν Στέφανος από άποψη μυαλού δεν ένιωθα πως μπορούσα να φύγω και να πάω κάπου που δεν θα έχω γύρω μου τους δικούς μου ανθρώπους».

Είχε παίξει ρόλο στη σκέψη σου και η παρουσία του Αναστασίου;

«Είχαμε μία πολύ καλή σχέση με τον κόουτς αλλά σου ξαναλέω πως καταλαβαίνω απόλυτα και την ομάδα που είχε ανάγκη τα χρήματα. Δεν είχε άλλον να πουλήσει εκείνο το καλοκαίρι για να έχει έσοδα. Αν δεν είχε έρθει η πρόταση από την Μάιντς θα έπρεπε να πάω στη Σπόρτινγκ Λισαβόνας που επίσης με ήθελε».

Πως ήταν η επιστροφή στην Ελλάδα για τον Ολυμπιακό μετά το πέρασμά σου από τη Γερμανία; Ένιωσες σημαντική διαφορά;

«Εκείνη την περίοδο δεν το ένιωθα. Γιατί ο ένας χρόνος στην Μάιντς ήταν σαν τουρισμός, ερχόμουν πολύ συχνά πίσω στην Ελλάδα. Κάθε σαββατοκύριακο έπαιρνα το αεροπλάνο και ερχόμουν. Περίμενα να γίνει κάτι για να γυρίσω στην Ελλάδα. Δεν είχα μπει στη νοοτροπία πως η ζωή μου πλέον είναι στο εξωτερικό, όπως είναι τώρα».

Είναι δύσκολη η ζωή στο εξωτερικό για ένα παιδί σε αυτή την ηλικία;

«Εμένα αυτή τη στιγμή δεν μου λείπει η ζωή στην Ελλάδα. Μου λείπουν οι κολλητοί μου και η οικογένειά μου. Αυτά μου λείπουν, να μαζευτώ σε ένα σπίτι με τους κολλητούς μου. Δεν μου λείπουν όμως για παράδειγμα τα μπουζούκια. Αν δεν σκέφτεσαι πως είμαι μακριά από την Ελλάδα και αυτό σου κάνει κακό, μπορείς να χτίσεις τη ζωή σου στο εξωτερικό. Εδώ καθημερινά πηγαίνω στα σπίτια παικτών όπως ο Σαχίν ή ο Πιζάρο που έχουν ζήσει τα πάντα».

Αυτοί οι παίκτες τώρα σε ρωτάνε για την κατάσταση στο ελληνικό ποδόσφαιρο;

«Δεν ασχολούνται, αυτή είναι η αλήθεια. Ξέρουν τον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό γιατί έχουν παίξει εναντίον τους, θα σου πουν για την ατμόσφαιρα που έχουν συναντήσει στα ελληνικά γήπεδα αλλά ως εκεί. Δεν ασχολούνται με το τι συμβαίνει αυτή την περίοδο στο ελληνικό πρωτάθλημα».

Πως προετοιμάζεστε εδώ για ένα ντέρμπι;

«Όπως προετοιμαζόμαστε κάθε εβδομάδα. Λείπει και το Αμβούργο από την πρώτη κατηγορία οπότε δεν υπάρχει καν αυτό το ματς».

Ποιο είναι τώρα το μεγάλο ντέρμπι για εσάς;

«Έχει πέσει και το Αννόβερο οπότε αυτή τη στιγμή νομίζω δεν υπάρχει κάποιο μεγάλο ντέρμπι για τη Βέρντερ Βρέμης».

Δεν υπάρχει όμως μία ξεχωριστή αίσθηση όταν παίζετε με την Μπάγερν ή με την Ντόρτμουντ;

«Ναι αλλά είναι τελείως διαφορετικό το κλίμα. Μπορεί το γήπεδο να γιουχάρει μετά από ένα κακό αποτέλεσμα αλλά στο τέλος θα χειροκροτήσει παρά τον όποιον εκνευρισμό μπορεί να υπάρξει».

Έχεις χτίσει εδώ σχέσεις με τον κόσμο;

«Ναι γιατί είναι πιο εύκολο εδώ στη Γερμανία να χτίσεις σχέσεις με τον κόσμο. Οι προπονήσεις είναι ανοιχτές στην πλειοψηφία τους. Σε περιμένει ο κόσμος μετά την προπόνηση, μιλάς μαζί τους, υπογράφεις αυτόγραφα. Είναι πολύ διαφορετικά σε σχέση με την Ελλάδα».

Έχεις κάποιο όνειρο για το μέλλον;

«Δεν θέλω να κάνω όνειρα η αλήθεια είναι. Θέλω να είμαι καλά, να έχω την υγεία μου. Από εκεί και πέρα, όσο καλά και να είμαι στόχος μου είναι είτε εδώ, είτε κάπου αλλού να παίξω. Νιώθω πολύ καλά για να χαραμίσω μία χρονιά ακόμα».

Σε βοηθάει ότι παντρεύτηκες να είσαι πιο ήρεμος;

«Ναι, σίγουρα. Η Μιρκέτα με βοηθάει σε όλους τους τομείς της ζωής μου. Εκτός αυτού όμως με βοηθάει και ο ρόλος μου στην ομάδα. Για παίκτη που δεν παίζει είναι πολύ ξεχωριστός. Άμα κάτσεις και δεις συνεντεύξεις του προπονητή για μένα, θα καταλάβεις πως με αντιμετωπίζουν. Έχω λόγο στην ομάδα και δεν με αντιμετωπίζουν σαν απλά τον δεύτερο τερματοφύλακα».

Έχεις σχέσεις με τους άλλους Έλληνες που παίζουν στη Γερμανία;

«Νομίζω πως μόνο ο Σταφυλίδης είναι πλέον εδώ. Με τον Κώστα έχουμε πολύ καλή σχέση αλλά σίγουρα το Χόφενχάιμ είναι μακριά και δεν είναι εύκολο να βρεθούμε».

Από τους προπονητές που έχεις δουλέψει ως τώρα, ξεχωρίζεις κάποιον;

«Με τους τερματοφύλακες είναι τελείως διαφορετικό γιατί οι προπονητές δεν έχουν τόση επιρροή στο παιχνίδι μας. Είναι οι προπονητές τερματοφυλάκων αυτοί που έχουν την μεγαλύτερη επιρροή. Σίγουρα είχα προπονητές που τους ξεχώρισα. Όπως ο Μάρκο Σίλβα που φαινόταν ότι είχε κάτι ιδιαίτερο και ήταν ξεκάθαρο πως θα κάνει σπουδαία καριέρα. Εξαιρετικός είναι και ο προπονητής μου στη Βέρντερ ανεξαρτήτως του ότι η ομάδα φέτος δεν πηγαίνει καλά. Είναι ίσως ο δεύτερος πιο ανερχόμενος προπονητής στη Γερμανία. Είναι ένας προπονητής που έχει δείξει ότι το μέλλον του ανήκει. Από προπονητές τερματοφυλάκων ξεχωρίζω σίγουρα τον Αγριογιάννη που είχα στον Παναθηναϊκό και μετά και στον Ολυμπιακό».

Είναι αλήθεια αυτό που λένε πως οι τερματοφύλακες είναι οι καλύτεροι προπονητές εντός αγωνιστικού χώρου;

«Στην περίπτωσή μου, ναι. Το νιώθω γιατί μιλάω συνέχεια. Είναι και ο τρόπος παιχνιδιού μου εμένα τέτοιος. Για κάποιους άλλους είναι καλύτερα να κάνουν μόνο τη δουλειά τους και να μην τους αποσπά την προσοχή κάτι άλλο».

Κλείνοντας, είναι η μοίρα του τερματοφύλακα ένα λάθος να είναι μοιραίο και να καθορίζει πολύ περισσότερα από όσα ένα αντίστοιχο από οποιονδήποτε άλλον παίκτη μέσα στην ομάδα;

«Μου έχει τύχει να είμαι ο καλύτερος σε ένα παιχνίδι και από ένα λάθος να αλλάξει όλη η εικόνα. Κάπως έτσι τελείωσε η καριέρα μου στον Ολυμπιακό».

 

 

 

πηγη: sdna.gr