Σαν σήμερα: 12 Οκτωβρίου – Οι Γερμανοί φεύγουν και η Αθήνα γιορτάζει

Η 12η Οκτωβρίου είναι η 285η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο και 286η σε δίσεκτα έτη. Στις 12 Οκτωβρίου 1944 στην Αθήνα άρχισαν να ηχούν οι καμπάνες. Κάποιοι το πίστευαν, κάποιοι όχι: Οι Γερμανοι έφευγαν.

Για μας, τις γενιές που γεννήθηκαν στις δεκαετίες που ακολούθησαν τον πόλεμο, όλα αυτά δεν είναι τόσο μακρινά όσο είναι σήμερα στα παιδιά μας. Ίσως δεν τα ζήσαμε, μεγαλώσαμε όμως στον απόηχό τους, ακούσαμε τις ιστορίες, ζήσαμε στο πετσί μας τα σύνδρομα που άφησαν πίσω τους, γαλουχηθήκαμε με τις συνέπειές τους.

Είναι δύσκολο να μεταδόσεις στα παιδιά τη σημασία όλων αυτών και τελικά, σκέφτομαι συχνά, ίσως και δεν χριεάζεται. Κάθε γενιά έχει τα δικά της γεγονότα και ζει μέσα στη δική της ιστορική πραγματικότητα. Και μέσα από αυτήν ερμηνεύει τα πράγματα και προχωράει. Τα προηγούμενα είναι απλή γνώση.

Τα γεγονότα συμβαίνουν, έχουν άμεσες συνέπειες και μετά εγγράφονται στην ιστορική μνήμη ως κάτι που συνέβη κάποτε και μετά συνέβη κάτι άλλο. Ανεξάρτητα ποια σχολή θα ακολουθήσουμε, αν θεωρήσουμε δηλαδή ότι η ιστορία είναι γραμμική, ημιγραμμική ή και μια εντελώς τυχαία αλληλουχία γεγονότων (δύσκολο αυτό το τελευταίο), το μόνο βέβαιο είναι ότι ρέει και συνεχίζεται, έως ότου πάψει.

Απ’ όλες τις ιστορίες εκείνης της faraway-so close εποχής, οι άνθρωποι που την έζησαν πάντα διηγούνται με ιδιαίτερο τρόπο τη μέρα που οι Γερμανοί έφυγαν από την Αθήνα. Πέρασαν εισβολή, πείνα, θανάτους, πάρασαν μετά ξανά τα ίδια, από άλλη σκοπιά, όμως η μέρα που οι Γερμανοι έφυγαν από την Αθήνα είναι ένα ορόσημο.

Οι περισσότεροι το ήξεραν ήδη, τα νέα μεταδίδονταν από καιρό, η Γερμανία έχανε τον πόλεμο, υποχωρούσε.

Αρκετές εβδομάδες πριν την Απελευθέρωση, επικρατούσε στην Αθήνα μια παραδοξότητα: το κέντρο της πόλης βρίσκονταν υπό κατοχή, ενώ οι γύρω συνοικίες είχαν «απελευθερωθεί». Οι κάτοικοι του κέντρου μετέβαιναν καθημερινά στις προσφυγικές κυρίως συνοικίες για να συμμετέχουν στους πανηγυρισμούς των κατοίκων τους και να παρακολουθήσουν τις παρελάσεις του ΕΛΑΣ στους κεντρικούς δρόμους και τις πλατείες.

Παρόλα αυτά οι πεινασμένοι, ταλαιπωρημένοι και με τσακισμένο ηθικό Αθηναίοι, δυσκολεύονταν να το πιστέψουν. Ήταν τόση η βαρβαρότητα των Γερμανών, τόση η επιβολή της δύναμης που είχαν επιδείξει, που πολλοί πίστευαν ότι η κατάσταση θα ήταν αναστρέψιμη και τελικά θα κέρδιζαν τον πόλεμο.

Η τελευταία αθλιότητα

Στις 8:00 το πρωΐ της 12ης Οκτωβρίου 1944 ο στρατηγός Φέλμι συνοδευόμενος από τον διορισμένο από τους Γερμανούς δήμαρχο Αθηναίων Γεωργάτο κατάθεσε στεφάνι στον Άγνωστο Στρατιώτη. ‘Ηδη οι μηχανοκίνητες φάλαγγες των Γερμανών εγκατέλειπαν από τα ξημερώματα την Αθήνα μέσω της Ιεράς Οδού.

Όταν οι Γερμανοί αποχώρησαν από την Πλατεία Συντάγματος, το πλήθος ποδοπάτησε το στεφάνι και εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν φωνάζοντας και τραγουδώντας στους δρόμους.

Στις 9:15 π.μ. η γερμανική φρουρά της Ακρόπολης προχώρησε στην υποστολή της ναζιστικής σημαίας μετά από συνολικά 1.624 μέρες κατοχής (ή 3,5 έτη, που μεσολάβησαν από τον Απρίλιο του 1941 έως εκείνη την ημέρα) και ένας στρατιώτης την τύλιξε βιαστικά και αποχώρησε.

Φεύγοντας οι Γερμανοι ανατίναξαν τμήμα του λιμανιού στον Πειραιά, ενώ τους επιχείρησαν να ανατινάξουν και το εργοσάσιο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος στο Κερατσίνι, κάτι που απετράπη μετά από παρέμβαση του ΕΛΑΣ.

Πέραν αυτών, σε γενικές γραμμές η αποχώρηση έγινε ήρεμα και αυτό δεν ήταν τυχαίο.

Μετά την Απόβαση στη Νορμανδία στις 6 Ιουνίου 1944 και καθώς ο Κόκκινος Στρατός προέλαυνε ακάθεκτος προς δυσμάς και προς το νότο στα Βαλκάνια, ήταν πλέον παραπάνω από σαφές σε όλους ότι η Γερμανία έχανε τον πόλεμο και η απελευθέρωση της Ελλάδας ήταν απλώς θέμα χρόνου. Το μεγάλο ζήτημα ήταν πώς θα γινόταν.

Είχαν προηγηθεί οι Συμφωνίες της Καζέρτας και του Λιβάνου, στις οποίες οι αντιστασιακές οργανώσεις και η εξόριστη κυβέρνηση του Παπανδρέου υποτίθεται ότι τα είχαν βρει μεταξύ τους για τη μεταπολεμική κατάσταση. Απόμενε να μιλήσουν και με τους Γερμανούς, κυρίως με στόχο την ελαχιστοποίηση των εκατέρωθεν απωλειών κατά την αποχώρησή τους.

Ο επικεφαλής των γερμανικών δυνάμεων, στρατηγός Χέλμουτ Φέλμι συναντάται στο Ψυχικό με τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό. Υπόσχεται να απέχει από δολιοφθορές κατά των βασικών υποδομών της Αθήνας όπως το φράγμα της λίμνης του Μαραθώνα, με αντάλλαγμα την ανεμπόδιστη αποχώρηση των μονάδων.

Στις 20 Σεπτεμβρίου 1944 ο Φέλμι δημοσιεύει στον «Ημερήσιο Τύπο», τη μοναδική σε κυκλοφορία εφημερίδα, μια ανακοίνωση όπου διαβεβαίωνε τους Αθηναίους ότι καμία πράξη δολιοφθοράς δεν επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εκ μέρους των γερμανικών στρατευμάτων, με την αυστηρή προϋπόθεση να μην ενοχληθούν.

Φυσικά οι Γερμανοι δεν κράτησαν το λόγο τους. Λίγο πριν την αποχώρηση, τα SS προχώρησαν στην εκτέλεση 72 ελλήνων πατριωτών στο Δαφνί, ενώ εξόντωσαν και την ομάδα των διερμηνέων τους, προκειμένου να μην αποκαλυφθούν λεπτομέρειες των εγκλημάτων τους.

Οι Αθηναίοι, επιλήσμονες και αδιάφοροι για τις λεπτομέρειες, έχουν ξεχυθεί στους δρόμους και τις πλατείες και γιορτάζουν, φωνάζοντας «Χριστός Ανέστη». Ήταν πράγματι μια Ανάσταση μετά από χρόνια ενός εν ζωή θανάτου.

Οι Γερμανοί έφευγαν από την Αθήνα, αφήνοντας πίσω τους μια διαλυμένη πόλη: 40 – 45.000 νεκροί από πείνα, τουλάχιστον 1.800 εκτελεσμένοι και πάνω από 2.000 νεκροί από τις εμφύλιες συγκρούσεις που συστηματικά οι κατακτητές υποδαύλιζαν.

Η επίθεση που δεν ήρθε ποτέ

Το βράδυ της 12ης προς 13η Οκτωβρίου οι άντρες του Εθνικού Στρατού Αθηνών και τα μέλη της κυβέρνησης Παπανδρέου που βρίσκονταν στην Αθήνα δεν κοιμούνται, περιμένοντας μια μαζική επίθεση του ΕΛΑΣ για την κατάληψη της πόλης.

Όχι μόνο αυτό δεν συνέβη, αλλά ο ΕΛΑΣ στάθηκε ο κύριος παράγοντας διατήρησης της τάξης τη νύχτα εκείνη, αλλά και τις επόμενες ημέρες, περιπολώντας στους δρόμους της πόλης.

Η στάση αυτή αντανακλούσε την απόφαση της ηγεσίας του ΚΚΕ και του ΕΑΜ να βάλει στην άκρη την επαναστατική λύση, στρεφόμενη προς τη νομιμότητα. Πίστευαν εξάλλου ότι η μαζικότητα των οργανώσεών τους αποτελούσε εγγύηση για μια άνετη επικράτηση όχι πλέον ως αντιστασιακής οργάνωσης, αλλά ως πολιτικού φορέα.

Τις επόμενες μέρες το ΕΑΜ και οι εθνικές οργανώσεις, οργανώνουν παρελάσεις, κάνοντας καθένας επίδειξη της ισχύος του. Μια από αυτές, στις 15 Οκτωβρίου, καταλήγει σε λουτρό αίματος. Καθώς ομάδες από τις οργανώσεις του ΕΑΜ Βύρωνα και Καισαριανής κατηφόριζαν την οδό Πανεπιστημίου προς την πλατεία Ομονοίας, δέχτηκαν καταιγισμό πυρών από άνδρες αντικομμουνιστικών οργανώσεων που βρίσκονταν υπό περιορισμό, αλλά ένοπλοι, στο ξενοδοχείο «Ερμής».

Από τα πυρά σκοτώθηκαν τουλάχιστον επτά εαμίτες και τραυματίστηκαν 82.

Ακόμη και μετά την Απελευθέρωση, οι συνεργάτες των Γερμανών προξενούσαν θύματα, καθώς η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε αποφασίσει να θέσει υπό περιορισμό τους άνδρες των δωσιλογικών οργανώσεων όχι στα στρατόπεδα που βρίσκονταν στην περιφέρεια της πόλης, αλλά σε κεντρικά ξενοδοχεία της Αθήνας και μάλιστα χωρίς να τους αφοπλίσει.

Ο ΕΛΑΣ και πάλι δεν απαντά ένοπλα.

Στην Πλατεία Συντάγματος εγκαθίστανται Βρετανοί στρατιώτες.

Οι Αθηναίοι συνεχίζουν να πανηγυρίζουν.

Όμως, στο βάθος της ιστορίας, ξεπροβάλει ήδη σκοτεινός και δυσοίωνος ο Δεκέμβρης.