Πρόβλεψη οικονομολόγου: 40-60 εκατ. θα πέσουν κάτω από το όριο της φτώχειας

Σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις έχουν προκαλέσει όλες οι πανδημίες που έχουν καταγραφεί στη σύγχρονη περίοδο, όχι μόνο κατά τη διάρκειά τους, αλλά και για μια πενταετία μετά τη λήξη τους.

Η πανδημία που βιώνουμε, δείχνει να είναι η χειρότερη. Κι αυτό καθώς για πρώτη φορά από το 1960, ο δείκτης ανθρώπινου κεφαλαίου που μετρά το εισόδημα, τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα και το προσδόκιμο επιβίωσης των πολιτών, πέφτει κάτω από το μηδέν, όταν στην οικονομική κρίση του 2008-2009 είχε υποστεί μείωση, όμως παρέμεινε με θετικό πρόσημο.

Σύμφωνα με όσα σημειώνει στο liberl.gr, o οικονομολόγος της υγείας, επιστημονικός συνεργάτης του London School of Economics, Ηλίας Κυριόπουλος, μέχρι στιγμής γνωρίζουμε πως εξαιτίας της πανδημίας του κορονοϊού, η παγκόσμια οικονομία θα υποστεί μια ύφεση της τάξης του 5%, οι ανεπτυγμένες οικονομίες θα υποστούν ύφεση της τάξης του 8%, ενώ 40-60 εκατομμύρια άνθρωποι θα πέσουν κάτω από το όριο της ακραίας φτώχειας.

Όμως διαχωρίζοντας τα εισοδήματα σε πέντε κατηγορίες έχει διαπιστωθεί μέχρι στιγμής ότι το ποσοστό θνησιμότητας είναι 2,3 έως 2,4 φορές μεγαλύτερο στα χαμηλά οικονομικά στρώματα, ενώ αντίστοιχα και από πλευράς διαγνώσεων για μόλυνση από κορονοϊό, πάλι η θνησιμότητα είναι μέχρι και 1,8 φορές μεγαλύτερη στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα.

Μελέτες για τις πέντε τελευταίες πανδημίες που καταγράφηκαν τα προηγούμενα 20 χρόνια διαπίστωσαν ότι ο δείκτης Gini που μετρά την εισοδηματική ανισότητα, αυξάνεται σημαντικά σε περιόδους πανδημίας, όμως συνεχίζει να παραμένει αυξημένος και για μια πενταετία μετά τη λήξη τους. Το ποσοστό του εισοδήματος συνεχίζει να μειώνεται για τα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα, επίσης για μια πενταετία. Στην ίδια κατεύθυνση, κινείται και η αγορά εργασίας σε ότι αφορά τα άτομα με χαμηλή εκπαίδευση, που συνήθως είναι και χαμηλόμισθοι. Σε αυτή την κατηγορία οι απώλειες συνεχίζονται για μια πενταετία μετά τη λήξη της πανδημίας, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει για όσους έχουν μέσου επιπέδου εκπαίδευση, ούτε για αυτούς με υψηλού επιπέδου.

Στην Ελλάδα περίπου το 13% των εργαζομένων δούλευαν σε τομείς που αναγκάστηκαν να κλείσουν λόγω του lockdown, ή να περιορίσουν τη δραστηριότητα τους. Ενδέχεται να υπάρξει κατάτμηση της αγοράς εργασίας σε τομείς όπου εργάζονται χαμηλόμισθοι και χαμηλά εκπαιδευμένοι, έναντι ενός άλλου τμήματος της αγοράς εργασίας. Ενός δηλαδή τμήματος που είναι πιο ευέλικτο λόγω της τηλε-εργασίας για παράδειγμα, όπου οι εργαζόμενοι μπορούν να δουλεύουν παρά την πανδημία. Οι ίδιοι είναι και πιο υψηλόμισθοι.

Σε ότι αφορά την εκπαίδευση, ο κ. Κυριόπουλος επισημαίνει πως από μελέτη του UCL, μαθητές των πιο προνομιούχων εισοδηματικά οικογενειών είχαν περίπου ένα 30% περισσότερο μαθησιακό χρόνο στη διάρκεια του lockdown, έναντι των μαθητών από χαμηλότερου εισοδήματος οικογένειες. Επιπλέον, οι πρώτοι, είχαν καλύτερη πρόσβαση σε τεχνολογικά μέσα και χώρους για τη μελέτη τους.

Όπως έχει διαπιστωθεί εμπειρικά ένας ποιοτικός χρόνος εκπαίδευσης, μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των εισοδημάτων κατά 5-10%. Όσο για την πορεία των ανισοτήτων εξαιτίας της πανδημίας, ο κ. Κυριόπουλος επεσήμανε ότι επτά στα δέκα στελέχη του κέντρου μακροοικονομικών του LSE, εκτιμούν ότι οι ανισότητες θα είναι μακροχρόνιες.

Επιπλέον, στα χαμηλά κοινωνικοοικονομικά επίπεδα, οι άνθρωποι κινδυνεύουν περισσότερο να νοσήσουν και να πεθάνουν, καθώς είναι πιο εκτεθειμένοι και ευάλωτοι, όχι μόνο στην ασθένεια, αλλά και σε οικονομικούς κινδύνους. Σε ότι αφορά τα παιδιά αυτών των κοινωνικοοικονομικών στρωμάτων, οι επιπτώσεις είναι ανισοβαρείς τόσο σε ότι αφορά στην εκπαίδευση, όσο και στα εισοδήματά τους, αργότερα.

Τα αποτελέσματα αυτά, σύμφωνα με τον κ. Κυριόπουλο, δείχνουν ότι όσο ο κορονοϊός αυξάνει τις ανισότητες, τόσο βρίσκει πεδίο να επεκτείνεται, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο, γεγονός που σημαίνει ότι οι κοινωνικοοικονομικές ανισότητες πρέπει να ληφθούν υπόψιν στην στρατηγική αντιμετώπισης της πανδημίας.