Η μεγαλύτερη μέχρι τώρα έρευνα ρίχνει φως στη γονιδιακή βάση της σεξουαλικότητας

Είναι ή δεν είναι μύθος το «γονίδιο της ομοφυλοφιλίας»;

Το θέμα αυτό απασχολεί την ιατρική κοινότητα από το 1993, όταν ένας επιστήμονας στο αμερικανικό Εθνικό Ινστιτούτο Καρκίνου εξέτασε το οικογενειακό ιστορικό πάνω από 100 γκέι ανδρών διαπιστώνοντας ότι η ομοφυλοφιλία τους, έτεινε να είναι κληρονομική. 

Ο ερευνητής Ντιν Χάμερ διαπίστωσε πως πάνω από το 10% των αδελφών των ομοφυλόφιλων ανδρών ήταν γκέι και αυτοί – το ποσοστό του γενικού πληθυσμού που παρουσιάζει αυτή την σεξουαλική τάση είναι 3% .

Παράλληλα, θείοι και ξαδέλφια από την πλευρά της μητέρας, είχαν επίσης πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες από το μέσο όρο να είναι ομοφυλόφιλοι.

Υπάρχουν, πράγματι, ενδείξεις ότι μια περιοχή του χρωμοσώματος Χ (το οποίο οι άνδρες κληρονομούν από τις μητέρες τους και ονομάζεται Xq28), επιδρά στο σεξουαλικό προσανατολισμό.

Την ίδια ώρα, έρευνα που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Science» και θεωρείται ως η πιο ολοκληρωμένη μέχρι, τώρα δίνει κάποιες σημαντικές πληροφορίες για το θέμα, όπως επισημαίνει το BBC.

Μετά τη μελέτη του DNA περίπου μισού εκατομμυρίου ανθρώπων (ευρωπαικής καταγωγής ) με διάφορες σεξουαλικές εμπειρίες, οι ερευνητές δεν βρήκαν στοιχεία για ένα συγκεκριμένο «gay γονίδιο».

Οι ερευνητές βρήκαν τουλάχιστον πέντε γονιδιακές παραλλαγές που σχετίζονται με τη ομοφυλοφιλική δραστηριότητα, αν και η καθεμία ξεχωριστά μπορεί να επηρεάσει ελάχιστα τη σεξουαλικότητα ενός ατόμου.

Η μελέτη, ωστόσο, έδωσε κάποιες ενδείξεις για το πώς η γενετική θα μπορούσε να σχετίζεται με την ομοφυλοφιλία.

Μια παραλλαγή, για παράδειγμα, εντοπίστηκε σε μια περιοχή DNA που είναι επίσης η «οικία» των γονιδίων που σχετίζονται με την αίσθηση της όσφρησης,
η οποία σύμφωνα με προηγούμενη έρευνα μπορεί να συνδέεται με τις σεξουαλικές προτιμήσεις.

«Η gay σεξουαλική συμπεριφορά έχει να κάνει με πολλά γονίδια, που σημαίνει ότι υπάρχουν πολλές παραλλαγές που συμβάλλουν σ΄αυτή»,

υποστηρίζει η Αντρέα Γκανά, ερευνήτρια στο Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης και στην Ιατρική σχολή του Χάρβαρντ.

«Αυτή η μελέτη παρέχει περαιτέρω στοιχεία ότι η διαφορετικότητα στη σεξουαλική συμπεριφορά αποτελεί φυσικό μέρος της συνολικής ανθρώπινης ποικιλομορφίας».

Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η μελέτη τους αφορούσε κυρίως σε σεξουαλικές εμπειρίες και όχι σε σεξουαλικό προσανατολισμό ή ταυτότητα.