Eπίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Κύπρου αναγορεύτηκε o Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος

Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος αναγορεύτηκε Επίτιμος Διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κύπρου, σε ειδική τελετή που πραγματοποιήθηκε στην Αίθουσα του Θρόνου, στον Πατριαρχικό Οίκο στο Φανάρι.

Παρέστησαν Ιεράρχες του Θρόνου, ο Αρχιγραμματεύς της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου Αρχιμανδρίτης Γεώργιος, ως εκπρόσωπος του Αρχιεπισκόπου Κύπρου, μέλη της Πατριαρχικής Αυλής και άλλοι κληρικοί,

‘Αρχοντες Οφφικιάλιοι της ΜτΧΕ, η πρόξενος Δανάη Βασιλάκη, εκπροσώπου της γενικής προξένου της Ελλάδος στην Πόλη, ο πρόξενος Σταύρος Χριστοδουλίδης, πανεπιστημιακοί καθηγητές και φοιτητές, που ταξίδεψαν από την Κύπρο, και άλλοι προσκεκλημένοι.

Ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου, καθηγητής Τάσος Χριστοφίδης, προήδρευσε της τελετής, παρουσία μελών του Συμβουλίου του Πανεπιστημίου, ενώ για το έργο και τη διακονία του Πατριάρχη μίλησε ο αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Κλασικών Σπουδών και Φιλοσοφίας, Σπυρίδων Τζούνακας.

Το ψήφισμα της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου Κύπρου ανέγνωσε ο κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής, καθηγητής Martin Hinterberger, και το επέδωσε στον Παναγιώτατο ο πρύτανης, ο οποίος και ανέγνωσε την απόφαση αναγορεύσεώς του σε Επίτιμο Διδάκτορα.

Στη συνέχεια, ο Παναγιώτατος πραγματοποίησε ομιλία, κατά την οποία ευχαρίστησε το Πανεπιστήμιο Κύπρου για τη μεγάλη τιμή. Αναφερόμενος στην αξία του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου, επισήμανε, μεταξύ άλλων:

«H ειρηνοποιητική δράσις των θρησκειών συναρτάται με την ειρήνην των θρησκειών μεταξύ των, και με την συνεργασίαν των. Εις το πλαίσιον αυτό αναδύονται αι φιλάνθρωποι αξίαι, αι οποίαι ενυπάρχουν εις τας θρησκευτικάς παραδόσεις.

Σήμερον, αι θρησκείαι καλούνται να συμβάλουν εις την οικοδομήν ενός ανθρώπου, ο οποίος βλέπει εις τον συνάνθρωπόν του τον αδελφόν και όχι τον αντίπαλον, τον επίβουλον ή τον εχθρόν.

Επίσης, αι θρησκείαι οφείλουν να τονίζουν την συνάφειαν ειρήνης και δικαιοσύνης. Η τεθεμελιωμένη επί της δικαιοσύνης ειρήνη είναι το ύψιστον εγκόσμιον αγαθόν, το αληθές συμφέρον, το ‘’εις αγαθόν φέρον” διά τον άνθρωπον, τους λαούς και την ανθρωπότητα.

Πιστεύομεν εις την αποτελεσματικότητα του διαλόγου. Ο διάλογος δεν έχει χαμένους, ηττημένους. Απειλή διά τον άνθρωπον και διά την διάσωσιν της ταυτότητος των λαών δεν είναι ο διάλογος αλλά η άρνησίς του, ο αυτοεγκλεισμός και ο φοβική κλειστότης, που τροφοδοτούν ποικίλους φονταμενταλισμούς.

Αυτή η εμπιστοσύνη εις τον διάλογον και την συνεργασίαν ενίσχυσε την στράτευσιν της ημών Μετριότητος και εις τον αγώνα διά την προστασίαν του φυσικού περιβάλλοντος και την ανάπτυξιν ενός παγκοσμίου οικολογικού πολιτισμού».

Αναφερόμενος στην ανάγκη προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος και στις σχετικές πρωτοβουλίες του Οικουμενικού Θρόνου για την ευαισθητοποίηση της παγκόσμιας κοινής γνώμης, ο Πατριάρχης τόνισε:

«Οφείλομεν να εφαρμόσωμεν την ‘’οικολογικήν προστακτικήν”, η οποία μας καλεί να σεβώμεθα και να προστατεύωμεν την δημιουργίαν και να κλείσωμεν τα ώτα εις την αλαζονικήν τεχνολογικήν προστακτικήν, η οποία επιτάσσει να παράγωμεν ό,τι είναι τεχνικώς εφικτόν, καθώς και εις την κατηγορικήν προστακτικήν της οικονομικής αναπτύξεως, που αδιαφορεί διά τα συνεπείας της διά την φύσιν.

Αι πρωτοβουλίαι του Οικουμενικού Πατριαρχείου διά την προστασίαν του περιβάλλοντος είναι ευρύτατα γνωσταί. Καυχώμεθα διά το γεγονός ότι η Μεγάλη Εκκλησία πρώτη ανέδειξε τας οικοφιλικάς αρχάς και παραδόσεις του Χριστιανισμού και την εκκλησιαστικήν ζωήν ως ‘’εφηρμοσμένην οικολογίαν”.

Σημαντικόν θεωρούμεν επίσης το γεγονός ότι εξ αρχής η περιβαλλοντική κρίσις προσηγγίζετο παρ’ ημίν ως κοινωνικόν πρόβλημα, με αμετακίνητον την πεποίθησιν ότι η καταστροφή του περιβάλλοντος θίγει πρωτίστως και εντονώτερον τους πτωχούς της γης και τους εμπεριστάτους πληθυσμούς.

Η κλιματική αλλαγή και αι κοινωνικαί επιπτώσεις της, με πρώτην την έκρηξιν των μεταναστευτικών ροών διά κλιματικούς λόγους, αποδεικνύουν σήμερον του λόγου το αληθές.

Υπεγραμμίσαμεν μετ’ εμφάσεως την κοινήν πνευματικήν ρίζαν των οικολογικών και των κοινωνικών προβλημάτων, η οποία ευρίσκεται εις μίαν κρίσιν της ελευθερίας μας, του περιεχομένου και του προσανατολισμού της. Δεν σιωπώμεν ενώπιον της βίας κατά της φύσεως, της κοινωνικής αδικίας, της μισαλλοδοξίας και του ρατσισμού, των αντιπερσοναλιστικών δυνάμεων, αι οποίαι υποσκάπτουν την κοινωνικήν συνοχήν.

Τελικός στόχος είναι ο εξανθρωπισμός της πολιτικής, ο σεβασμός της ανθρωπίνης αξιοπρεπείας, η προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του ‘’πελωρίου θησαυροφυλακίου” της φύσεως. Θεωρούμεν αδιανόητον να καταστρέφωμεν τον οίκον του ανθρώπου και ταυτοχρόνως να ισχυριζώμεθα ότι ενδιαφερόμεθα διά τον άνθρωπον.

Είμεθα πεπεισμένοι ότι η πορεία προς το μέλλον δύναται να είναι μόνον κοινωνική και οικολογική εν τη αδιασπάστω συναφεία των. Δεν υπάρχει μέλλον, εάν αυτό δεν περιλαμβάνη ένα κόσμον με ακέραιον φυσικόν περιβάλλον και με κοινωνικήν δικαιοσύνην.

Απαιτείται μία ‘’κοπερνίκειος στροφή” εις την αξιολογίαν μας, μία ριζική αλλαγή νοοτροπίας και συμπεριφοράς εις όλους τους τομείς της ζωής. Εις αυτό συνεισφέρει η παράδοσίς μας, η οποία ανθίσταται εις τον προμηθεισμόν και τον τιτανισμόν του ανθρώπου, εις τον σύγχρονον ‘’ανθρωποθεόν”, ο οποίος αγνοεί ή καταργεί μέτρα και όρια και αντικειμενοποιεί τον άνθρωπον και την κτίσιν».

«Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον έσωσε κυριολεκτικώς την πνευματικήν και πολιτισμικήν ταυτότητα του Γένους και την γλώσσαν μας, εν καιροίς χαλεποίς και δυστήνοις, διά της ιδρύσεως και λειτουργίας Σχολείων και Ακαδημιών, διά της επιλογής και προσκλήσεως σοφών διδασκάλων, διά της προαγωγής της θύραθεν και της εν Χριστώ παιδείας, αλλά και διά του παιδευτικού, του μορφωτικού και μεταμορφωτικού έργου, το οποίον επιτελεί η ζωή της Εκκλησίας, η θεία λατρεία, η φιλανθρωπία και η αλληλεγγύη, το εκκλησιαστικόν ήθος και αι πνευματικαί αξίαι.

Το έργον τούτο προσεπαθήσαμεν να συνεχίσωμεν και ημείς, ευεργετηθέντες παιδιόθεν από σοφούς διδασκάλους, οι οποίοι έδιδαν μεγάλην σημασίαν εις την ελληνικήν γλώσσαν, όχι απλώς ως μέσον,

αλλά ως ‘’φορέα αξιών”, όπως έλεγεν ο Ελύτης, και μας εδίδασκον την ιεράρχησιν των επιθυμιών μας, με κριτήριον το αγαθόν, το κοινόν καλόν και την εφαρμογήν των εντολών του Θεού, πυρήν των οποίων είναι η αγάπη προς τον συνάνθρωπον.

Και η ιδική μας πατρική παραίνεσις προς τους μαθητάς και τας μαθητρίας είναι η έμφασις εις τα ανθρωπιστικά μαθήματα, τα οποία ανθίστανται εις την κυριαρχίαν της χρησιμοθηρίας και των μηχανών εις την εκπαίδευσιν.

Εις το κέντρον των μαθημάτων αυτών ευρίσκεται η γλώσσα μας και η αποκάλυψις της ζωής ως διακονίας και προσφοράς».