Ελβετός πρέσβης: Απαράδεκτες οι απειλές πολέμου της Τουρκίας

«Για εμάς, το διεθνές δίκαιο είναι κεντρικό θέμα, διότι ως μία μικρή χώρα πρέπει να μπορούμε να βασιζόμαστε στη δύναμη του νόμου. Πιστεύω ότι συμφωνούμε σε αυτήν τη θέση με την Ελλάδα», δηλώνει ο νέος Ελβετός πρέσβης στην Αθήνα, Στέφαν Έστερμαν, σε συνέντευξή του στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων.

Για το μεταναστευτικό, ο κ. Έστερμαν τονίζει πως «η Ελβετία παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και έχει διαπιστώσει αύξηση της παράτυπης μετανάστευσης από την Τουρκία προς την Ελλάδα, την Ιταλία και την Κύπρο τους τελευταίους μήνες. Για να προστατευθούν ανθρώπινες ζωές, στόχος κάθε κρατικού φορέα πρέπει να είναι η τήρηση των διεθνών υποχρεώσεων και ταυτόχρονα η καταπολέμηση των δικτύων παράνομης διακίνησης ανθρώπων. Μόνο έτσι μπορούμε να αποτρέψουμε τις τραγωδίες όπως αυτές που έχουν συμβεί κοντά στη Λέσβο και στα Κύθηρα, καθώς επίσης στα χερσαία σύνορα».

Όσον αφορά τις διμερείς σχέσεις μας, ο Ελβετός πρέβης επισημαίνει ότι «δεν μπορεί να τις χαρακτηρίσει κανείς διαφορετικά παρά μόνο ως εξαιρετικές. Θα ήθελα να συνεχίσω να χτίζω πάνω σε αυτές και να αξιοποιήσω περαιτέρω τις δυνατότητες. Στόχος μου είναι να διεξαγάγω με τους Έλληνες εταίρους μας ευρύτερο διάλογο για την ευρωπαϊκή πολιτική. Ένας άλλος τομέας που σίγουρα θα άξιζε να διευρύνουμε είναι η επιστήμη, η έρευνα και η καινοτομία. Βλέπω ορισμένες εξελίξεις στην Ελλάδα από τις οποίες θα μπορούσε να διδαχθεί η Ελβετία, π.χ. στον τομέα της ψηφιοποίησης του δημόσιου τομέα». «Στον τομέα της πληροφορικής υπάρχει αυτήν τη στιγμή μία πολλά υποσχόμενη ανάπτυξη στην Ελλάδα», συμπληρώνει.

Κατά τον κ. Έστερμαν, «εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ενεργειακός τομέας, στον οποίο η Ελλάδα επανατοποθετείται με αλματώδη βήματα. Και αυτός έχει, επίσης, μεγάλο ενδιαφέρον για τους Ελβετούς επενδυτές. Η Ελλάδα έχει αντιληφθεί τις δυνατότητές της ως ενεργειακού κόμβου στη ΝΑ Ευρώπη. Είμαι εντυπωσιασμένος από τις εξελίξεις στον τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Επίσης, βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα την πρωτοβουλία της ελληνικής κυβέρνησης να αναπτύξει μεμονωμένα μικρότερα νησιά σε μοντέλα βιώσιμης ενεργειακής οικονομίας και αυτονομίας».

Για τον τουρισμό υπογραμμίζει: «Η Ελλάδα είναι εξαιρετικά δημοφιλής προορισμός στη χώρα μου, με περίπου μισό εκατομμύριο επισκέπτες τον χρόνο. Από καθαρά στατιστική άποψη, ολόκληρος ο ελβετικός πληθυσμός βρέθηκε στην Ελλάδα μέσα σε περίπου 16 χρόνια, ενώ από τα σημερινά στοιχεία προκύπτει ότι το 2022 θα επιστρέψουμε στα προ πανδημίας επίπεδα και ενδεχομένως θα τα ξεπεράσουμε». Πιστεύει, δε, «ότι μπορούμε να διερευνήσουμε ακόμη περισσότερες τουριστικές δυνατότητες με προσφορές εκτός της κύριας καλοκαιρινής περιόδου και εκτός από τις παραλίες και τα νησιά. Το εσωτερικό της Ελλάδας έχει, επίσης, πολλά να προσφέρει και στους Ελβετούς αρέσει να εξερευνούν τη φύση με τα πόδια και με ποδήλατο».

Ακολουθεί η συνέντευξη του νέου Ελβετού πρέσβη, Στέφαν Έστερμαν, στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων

Ερ: Κύριε πρέσβη, συμμετείχατε τον Σεπτέμβριο στο Ελληνο-Ελβετικό συμπόσιο για τον Καποδίστρια στην Κέρκυρα. Πώς έχουν προκύψει οι στενοί δεσμοί μας;

Απ: Ο Έλληνας διπλωμάτης Ιωάννης Καποδίστριας είναι μία προσωπικότητα της σύγχρονης ιστορίας που έχει διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στις δύο χώρες μας. Ως διπλωμάτης στην υπηρεσία του Τσάρου Αλέξανδρου Α’, έλαβε εντολή να εκπροσωπήσει την Ελβετία στο Συνέδριο της Βιέννης το 1815. Έπρεπε να ταχθεί υπέρ μίας ανεξάρτητης, ουδέτερης Ελβετίας ώστε να αποτρέψει τον διαμελισμό της στρατηγικής σημασίας χώρας των Άλπεων μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων της εποχής. Πρώτα, όμως, έπρεπε να ενώσει τα ελβετικά καντόνια. Μετά την αποχώρηση των ναπολεόντειων στρατευμάτων ήταν διχασμένα μεταξύ τους. Με τη διαμεσολάβησή του προέκυψε η Ομοσπονδιακή Συνθήκη του 1815, ο πρόδρομος του πρώτου σύγχρονου Ελβετικού Ομοσπονδιακού Συντάγματος του 1848.

Στη συνέχεια αφιερώθηκε από τη Γενεύη στην ίδια του την πατρίδα, την Ελλάδα, και οργάνωσε την αντίσταση κατά της οθωμανικής κυριαρχίας. Η Γενεύη έγινε το κέντρο του φιλελληνικού κινήματος στην Ευρώπη τη δεκαετία του ’20 τον 19ο αιώνα, πολλές αξιόλογες προσωπικότητες συμμετείχαν στον αγώνα για ελευθερία και συνέβαλαν στην οικοδόμηση του νέου ελληνικού κράτους. Γνωστοί είναι π.χ. ο Γιόχαν Γιάκομπ Μέγιερ από τη Ζυρίχη, ιδρυτής και αρχισυντάκτης της πρώτης ανεξάρτητης ελληνικής ημερήσιας εφημερίδας «Ελληνικά Χρονικά», και ο τραπεζίτης της Γενεύης Ζαν-Γκαμπριέλ Εϊνάρ (Εϋνάρδος), στενός φίλος του Καποδίστρια, ο οποίος παρείχε ανθρωπιστική βοήθεια κατά την Ελληνική Επανάσταση και αργότερα υπήρξε συνιδρυτής της Εθνικής Τράπεζας.

Από αυτήν την τόσο σημαντική και για τις δύο χώρες εποχή προέρχονται οι πολύ στενοί δεσμοί, οι οποίοι γίνονται αισθητοί ακόμα και σήμερα και εξακολουθούν να καλλιεργούνται. Είμαστε συνδεδεμένοι στην ευρωπαϊκή ιστορία και μοιραζόμαστε τα ιδανικά και τις αξίες της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας για τα οποία αγωνιστήκαμε τότε. Και οι δύο χώρες είχαν ήδη τότε αναγνωρίσει την αξία της εκπαίδευσης για μία χειραφετημένη αστική τάξη, γεγονός που προώθησε περαιτέρω τις ανταλλαγές.

Ερ: Πώς αξιολογείτε τις σημερινές διμερείς σχέσεις μας;

Απ: Τις τρέχουσες σχέσεις δεν μπορεί να τις χαρακτηρίσει κανείς διαφορετικά παρά μόνο ως εξαιρετικές. Υπάρχουν τακτικές επαφές σε υψηλό πολιτικό επίπεδο, για παράδειγμα μόλις πριν από λίγες εβδομάδες η Κοινοβουλευτική Ομάδα Φιλίας Ελβετίας-Ελλάδας επισκέφθηκε το ελληνικό Κοινοβούλιο και ο Ομοσπονδιακός Πρόεδρός μας προήδρευσε σε πάνελ για ενεργειακά θέματα μαζί με τον Έλληνα πρωθυπουργό στην Πράγα (στην ιδρυτική Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας). Αλλά δεν υπάρχουν μόνο οι πολιτικές σχέσεις. Τα περισσότερα συμβαίνουν σε ανθρώπινο επίπεδο, η επαφή «ανθρώπου με άνθρωπο» όπως αποκαλείται στη διπλωματία. Αυτό που γίνεται σε αυτό το επίπεδο εξακολουθεί να είναι πολυποίκιλο και ενδιαφέρον, ειδικά στους τομείς της εκπαίδευσης, της επιστήμης και του πολιτισμού. Και τέλος, υπάρχει και ο τουρισμός: Η Ελλάδα είναι ένας εξαιρετικά δημοφιλής προορισμός στη χώρα μου, με περίπου μισό εκατομμύριο επισκέπτες τον χρόνο. Μπορεί, λοιπόν, να πει κανείς ότι από καθαρά στατιστική άποψη ολόκληρος ο ελβετικός πληθυσμός βρέθηκε στην Ελλάδα μέσα σε περίπου 16 χρόνια.

Ερ: Υπάρχουν πρόσφατα στοιχεία;

Απ: Ναι, βλέπουμε από τα σημερινά στοιχεία ότι το 2022 θα επιστρέψουμε στα προ πανδημίας επίπεδα και ενδεχομένως θα τα ξεπεράσουμε. Όπως ήδη προανέφερα, η Ελλάδα είναι εξαιρετικά δημοφιλής και δικαιολογημένα: Η τουριστική προσφορά είναι πολύ μεγάλη, υπάρχουν προσφορές για κάθε γούστο και κάθε προϋπολογισμό. Προσωπικά, πιστεύω ότι μπορούμε να διερευνήσουμε ακόμη περισσότερες τουριστικές δυνατότητες με προσφορές εκτός της κύριας καλοκαιρινής περιόδου και εκτός από τις παραλίες και τα νησιά. Το εσωτερικό της Ελλάδας έχει, επίσης, πολλά να προσφέρει και στους Ελβετούς αρέσει να εξερευνούν τη φύση με τα πόδια και με ποδήλατο.

Ερ: Ποιοι είναι οι δικοί σας στόχοι;

Απ: Το σημείο εκκίνησης είναι οι πολύ καλές και ισχυρές σχέσεις που μόλις περιέγραψα. Θα ήθελα να συνεχίσω να χτίζω πάνω σε αυτές και να αξιοποιήσω περαιτέρω τις δυνατότητες. Για μένα, είναι πρωταρχικής σημασίας το γεγονός ότι και οι δύο χώρες μας είναι ευρωπαϊκά έθνη και μέρος του πλούτου και της ποικιλομορφίας αυτής της ηπείρου. Από κοινού πρέπει, επίσης, να αντιμετωπίσουμε μαζί το μέλλον, κάτι το οποίο, όπως είναι γνωστό, δεν είναι χωρίς μεγάλες προκλήσεις. Ως εκ τούτου, στόχος μου είναι να διεξαγάγω με τους Έλληνες εταίρους μας ευρύτερο διάλογο για την ευρωπαϊκή πολιτική, χωρίς να εξαιρώ εν προκειμένω και την τρέχουσα εύθραυστη γεωπολιτική κατάσταση.

Ένας άλλος τομέας που σίγουρα θα άξιζε να διευρύνουμε είναι η επιστήμη, η έρευνα και η καινοτομία. Και οι δύο χώρες έχουν λίγες ορυκτές πρώτες ύλες, εκτός από τον γρανίτη ή το μάρμαρο (αν και η Ελλάδα έχει δημιουργήσει πολύ λαμπρότερα έργα με τα μάρμαρά της από ό,τι εμείς με τον γρανίτη μας), γι αυτό και διαθέτουν ομορφότερα τοπία. Ωστόσο, ο κυριότερος πόρος μας είναι η «φαιά ουσία» των εγκεφάλων μας. Και εδώ βλέπω ορισμένες εξελίξεις στην Ελλάδα από τις οποίες θα μπορούσε να διδαχθεί η Ελβετία, π.χ. στον τομέα της ψηφιοποίησης του δημόσιου τομέα.

Ερ: Ποιοι τομείς θα ήταν ενδιαφέροντες για τους Ελβετούς επενδυτές στην Ελλάδα;

Απ: Η Ελβετία έχει μία οικονομία πολύ ευρέως φάσματος, όπως αποδεικνύεται και από την καθιερωμένη ελβετική οικονομική παρουσία στην Ελλάδα. Η εικόνα ποικίλλει: Από τα τρόφιμα μέχρι τα φαρμακευτικά προϊόντα, τα χημικά δομικά υλικά, τα τσιπ υπολογιστών έως τα βιομηχανικά ρομπότ, ενώ υπάρχουν και ορισμένοι σημαντικοί πάροχοι υπηρεσιών, π.χ. στον τομέα της εξεύρεσης ανθρώπινου δυναμικού. Ωστόσο, ένας τομέας που πρέπει να λαμβάνουμε συνεχώς υπόψη για το μέλλον είναι ο τομέας της πληροφορικής (ΙΤ), στον οποίο υπάρχει αυτήν τη στιγμή μία πολλά υποσχόμενη ανάπτυξη στην Ελλάδα. Τέλος, σίγουρα εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ενεργειακός τομέας, στον οποίο η Ελλάδα επανατοποθετείται με αλματώδη βήματα. Και αυτός έχει, επίσης, μεγάλο ενδιαφέρον για τους Ελβετούς επενδυτές.

Ερ: Το θέμα της ενέργειας προκαλεί σήμερα μεγάλη ανησυχία στην Ευρώπη. Έχει η Ελβετία συγκεκριμένες προτάσεις για το πώς θα ξεπεραστεί η ενεργειακή κρίση; Βλέπετε κάποιον ιδιαίτερο ρόλο που θα μπορούσε να παίξει η Ελλάδα στην Ευρώπη;

Απ: Η ενέργεια, το κλίμα και η οικονομία είναι ένα θέμα-κλειδί για όλη την Ευρώπη. Στην Πράγα υπογραμμίστηκε ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί σε σημαντικό ανταγωνιστικό μειονέκτημα σε σύγκριση με την Κίνα ή τις ΗΠΑ, εάν δεν καταφέρει να παράγει ενέργεια σε ανταγωνιστικές τιμές. Αυτή η πρόκληση μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με αυξημένη συνεργασία. Συγχρόνως, πρέπει, επίσης, να έχουμε κατά νου την κλιματική αλλαγή και την ανάγκη μείωσης του CO2.

Στην Ελβετία διαθέτουμε πολλές καινοτόμες εταιρείες στον τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και έχουμε μακρά εμπειρία στην ενεργειακή απόδοση των κτιρίων, τόσο της θέρμανσης όσο και της ψύξης. Είμαστε μία πρωτοπόρος χώρα στον τομέα της (χωρίς CO2) υδροηλεκτρικής ενέργειας και ανέκαθεν συνδεδεμένοι με τα ευρωπαϊκά ενεργειακά δίκτυα.

Η Ελλάδα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε αυτό το θέμα και έχει αντιληφθεί τις δυνατότητές της ως ενεργειακού κόμβου στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Είμαι, επίσης, εντυπωσιασμένος από τις εξελίξεις στον τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, ιδιαίτερα της αιολικής και της ηλιακής ενέργειας, όπου έχουν γίνει πολλά τα τελευταία χρόνια. Επίσης, βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα την πρωτοβουλία της ελληνικής κυβέρνησης να αναπτύξει μεμονωμένα μικρότερα νησιά σε μοντέλα βιώσιμης ενεργειακής οικονομίας και αυτονομίας.

Ερ: Η Τουρκία εργαλειοποιεί εδώ και καιρό τους πρόσφυγες για να ασκήσει πίεση στην Ελλάδα και την Ευρώπη και κατηγορείται για συστηματική παραβίαση της σχετικής συμφωνίας με την ΕΕ. Πώς αξιολογεί η Ελβετία την κατάσταση;

Απ: Η Ελβετία παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στους μεταναστευτικούς δρόμους και έχει διαπιστώσει αύξηση της παράτυπης μετανάστευσης από την Τουρκία προς την Ελλάδα, την Ιταλία και την Κύπρο τους τελευταίους μήνες. Για να προστατευθούν ανθρώπινες ζωές, στόχος κάθε κρατικού φορέα πρέπει να είναι η τήρηση των διεθνών υποχρεώσεων και ταυτόχρονα η καταπολέμηση των δικτύων παράνομης διακίνησης ανθρώπων. Μόνο έτσι μπορούμε να αποτρέψουμε τις τραγωδίες όπως αυτές που έχουν συμβεί κοντά στη Λέσβο και τα Κύθηρα καθώς επίσης στα χερσαία σύνορα.

Ερ: Υπάρχει συνεργασία με την Ελλάδα στο μεταναστευτικό;

Απ: Η Ελβετία και η Ελλάδα συνεργάζονται στο μεταναστευτικό εδώ και αρκετά χρόνια. Τα περασμένα χρόνια η Ελβετία έχει χρηματοδοτήσει έργα για την προστασία των ευάλωτων μεταναστών και την υποστήριξη των αιτούντων άσυλο στον τομέα της υγείας ή συμμετείχε σε προγράμματα μετεγκατάστασης της ΕΕ. Ένα άλλο ορόσημο στη συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών επετεύχθη στις 14 Οκτωβρίου, όταν η υπουργός Δικαιοσύνης και Αστυνομίας της Ελβετίας, Κάριν Κέλερ-Σούτερ και ο υπουργός Μετανάστευσης, Νότης Μηταράκης, υπέγραψαν στο Λουξεμβούργο συμφωνία, η οποία προβλέπει συνεισφορά 40 εκατομμυρίων ελβετικών φράγκων για την ενίσχυση των δομών ασύλου, των εθελούσιων επιστροφών και των μέτρων ένταξης στην Ελλάδα.

Ερ: Λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, το θέμα της ουδετερότητας συζητείται ευρέως στην Ελβετία. Κατά την Πασκάλ Μπερισβίλ, πρέσβη της Ελβετίας στον ΟΗΕ, «η Ελβετία δεν είναι ουδέτερη όταν πρόκειται για παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου». Συμμερίζεστε αυτήν την άποψη;

Απ: Συμμερίζομαι απόλυτα αυτήν την άποψη της συναδέλφου μου στη Νέα Υόρκη. Για εμάς, το διεθνές δίκαιο είναι κεντρικό θέμα, διότι ως μία μικρή χώρα χωρίς ενδιαφέροντα πολιτικής ισχύος πρέπει να μπορούμε να βασιζόμαστε στη δύναμη του νόμου. Παρεμπιπτόντως, πιστεύω ότι συμφωνούμε σε αυτήν τη θέση με την Ελλάδα. Η Ελβετία επεκτείνει συνεχώς την ανθρωπιστική βοήθειά της στην Ουκρανία από την αρχή του πολέμου και έχει επίσης δεχθεί μεγάλο αριθμό προσφύγων. Στείλαμε, επίσης, ένα σαφές μήνυμα αλληλεγγύης αυτό το καλοκαίρι με τη διοργάνωση της διάσκεψης για την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας στο Λουγκάνο. Ταυτόχρονα, η Ελβετία τηρεί το Διεθνές Δίκαιο Ουδετερότητας, το οποίο αποκλείει την παράδοση όπλων στα εμπόλεμα μέρη.

Ερ: Η Τουρκία αμφισβητεί ανοιχτά το διεθνές δίκαιο: Απειλεί με πόλεμο την Ελλάδα εάν επεκτείνει τα χωρικά ύδατά της στα 12 μίλια, εγείρει αξιώσεις στην ελληνική και κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) και υπέγραψε με τη Λιβύη μνημόνια συνεργασίας αγνοώντας δικαιώματα της Ελλάδας. Ποια είναι η θέση της Ελβετίας σε αυτά τα ζητήματα;

Απ: Η Ελβετία θεωρεί ότι το νομικό καθεστώς των ελληνικών νησιών στο Αιγαίο ρυθμίζεται σαφώς στις συναφείς διεθνείς συμφωνίες. Τα ζητήματα που σχετίζονται με την ακριβή οριοθέτηση των θαλάσσιων συνόρων ή των Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών θα πρέπει να διευθετηθούν ειρηνικά και με διάλογο σε διμερείς συμφωνίες, όπως έκανε η Ελλάδα με την Αίγυπτο και την Ιταλία το 2020. Αυτό δείχνει ξεκάθαρα ότι οι βιώσιμες λύσεις είναι δυνατές εάν υπάρχει βούληση γι’ αυτό. Οι απειλές, τα μονομερή μέτρα και η δημιουργία τετελεσμένων γεγονότων φυσικά δεν βοηθούν. Εάν, παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούν να βρεθούν λύσεις, προσφέρονται δρόμοι μέσω διεθνών δικαστηρίων ή διαιτησίας.

Απ: Οι απειλές πολέμου και η απειλή για χρήση βίας είναι ανεπίτρεπτες και απαράδεκτες. Το καθεστώς των νησιών του Αιγαίου ρυθμίζεται σαφώς από το διεθνές δίκαιο και η ελληνική κυριαρχία στα εν λόγω νησιά είναι πέραν πάσης αμφισβητήσεως.