Δημοσκόπηση GPO – Παγωμένη εικόνα χωρίς αλλαγές

Σε ένα παρατεινόμενο ρευστό οικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον, η ΝΔ διατηρεί προβάδισμα 7,1 ποσοστιαίων μονάδων έναντι του ΣΥΡΙΖΑ.

Σε μια άτυπη προεκλογική περίοδο μακράς διαρκείας και ενόψει ενός εξαιρετικά δύσκολου χειμώνα για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις-όπως φάνηκε στο πρώτο μέρος του Οικονομικού Βαρόμετρου της GPO για το powergame.gr, οι συσχετισμοί προσώρας δεν εμφανίζουν αισθητές μετατοπίσεις ή-πολύ περισσότερο-ανατροπές.

Συγκεκριμένα, η ΝΔ προηγείται με 32,6% (έναντι 32,7% στη μέτρηση της GPO για τον Σεπτέμβριο). Ο ΣΥΡΙΖΑ ακολουθεί με 25,5% (25,4% τον Σεπτέμβριο). Το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ με 10,2% εμφανίζει απώλειες της τάξης του 0,7% σε σχέση με το 10,9% του περαμένου μήνα. Το ΚΚΕ συγκεντρώνει το 5,5% των προτιμήσεων (5,3%), η Ελληνική Λύση στο 3,8% (3,8%), το MέΡΑ25 με 2,6% (2,2%), οι Έλληνες για την Πατρίδα 1,6% (1,7%). Άλλο κόμμα επιλέγει το 5% των ερωτηθέντων (5,4%). Ο ένας στους δέκα δηλώνει αναποφάσιστος (10,1% έναντι 9,8% τον Σεπτέμβριο).

Η καταγραφή των ποσοστών στη δημοσκόπηση προκύπτει βεβαίως από το ερώτημα για ψήφο την πρώτη Κυριακή των εκλογών, με το σύστημα της απλής αναλογικής. Ενδιαφέρον για τον «δεύτερο γύρο» της εκλογικής αναμέτρησης και τις πιθανές τελικές επιλογές των πολιτών παρουσιάζουν οι απαντήσεις για το τι είδους κυβέρνηση προτιμούν. Στο ερώτημα αυτό, το 52,2% απαντά ότι προτιμά αυτοδύναμη κυβέρνηση, με το 45,1% να επιλέγει κυβέρνηση συνεργασίας. Στο πρώτο εύρημα, «πατά» η ΝΔ για να στηρίξει το αφήγημα περί αυτοδυναμίας και σταθερότητας, στο δεύτερο ο ΣΥΡΙΖΑ για την αναγκαιότητα της «προοδευτικής διακυβέρνησης».


Με βάση, λοιπόν, αυτήν τη «φωτογραφία» της στιγμής (που συμβαδίζει με τα ευρήματα όλων σχεδόν των μετρήσεων μέχρι τώρα), η ΝΔ φαίνεται να πληρώνει κόστος τόσο από τις δύσκολες οικονομικές συγκυρίες όσο και από την αποδοχή των μέχρι τώρα μέτρων. Κυρίως όμως, από την αβεβαιότητα και την απαισιοδοξία των πολιτών για τις μεγάλες δυσκολίες που προδιαγράφονται για τον επικείμενο χειμώνα- κάτι που θέτει ξανά το ερώτημα για το πώς η κυβέρνηση θα διαχειριστεί τις παραλλαγές της παρατεινόμενης κρίσης, ώστε να περάσει τις «Συμπληγάδες» μέχρι τις εκλογές.

Οι απώλειες αυτές φαίνεται να αμβλύνονται σε αξιομνημόνευτο βαθμό από τη «βαθμολογία» που παίρνει ο πρωθυπουργός σε ό,τι αφορά στη διαχείριση των κρίσιμων θεμάτων, με σαφή υπεροχή έναντι του Αλέξη Τσίπρα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης προηγείται στο ερώτημα, ποιος γνωρίζει καλύτερα τα θέματα της οικονομίας (44,5% έναντι 28,9%), ποιος μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα την οικονομική κρίση (44,1% έναντι 30,9%), ποιος μπορεί να φέρει επενδύσεις στη χώρα (50,5% έναντι 22,3%). Επίσης εμφανίζει μεγάλη υπεροχή στο ερώτημα, ποιος μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα τα ελληνοτουρκικά (50,2% έναντι 28,9%). Η συνολική εικόνα συνοψίζεται στη σύγκριση για την καταλληλότητα για την πρωθυπουργία: Ο Κυρ. Μητσοτάκης προηγείται με 43,7% έναντι 32,3% του Αλέξη Τσίπρα.

Στα αξιοσημείωτα του β’ μέρους του Οικονομικού Βαρόμετρου, καταγράφεται η αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να καρπωθεί την κυβερνητική φθορά. Δεν φαίνεται να βοήθησε ούτε η ανάδειξη σε μετωπική σύγκρουση πρώτης γραμμής του θέματος των παράνομων διασυνδέσεων, κάτι που επίσης δεν πρόσθεσε -μάλλον αφαίρεσε- στη δυναμική του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ.

Σε ό,τι αφορά στην αξιολόγηση του έργου των υπουργών, ο υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Δένδιας εμφανίζεται ως ο πλέον δημοφιλής με το 72,8% των θετικών κρίσεων. Στη δεύτερη θέση με σταθερά ποσοστά δημοφιλίας βρίσκεται ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης Κυριάκος Πιερρακάκης (60,2%). Ακολουθεί ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Τάκης Θεοδωρικάκος (52,4%), ο υπουργός Τουρισμού Βασίλης Κικίλιας (52,1%), ενώ στην πρώτη πεντάδα ανέβηκε -προφανώς και εξαιτίας της έντασης στα ελληνοτουρκικά- ο υπουργός Άμυνας Νίκος Παναγιωτόπουλος (48,8%).

*Η έρευνα έγινε στο σύνολο του πληθυσμού 17 ετών και άνω, σε σχεδιασμένο δείγμα 1.200 ατόμων. Χρονικό διάστημα συλλογής στοιχείων, 12– 15 Οκτωβρίου 2022. Στρωματοποιημένη μέθοδος δειγματοληψίας. Το δείγμα κατανεμήθηκε με τη μέθοδο των ποσοστώσεων, με αναλογία ως προς τις Περιφέρειες, με τηλεφωνικές συνεντεύξεις. Το μέγιστο τυπικό στατιστικό σφάλμα σε σχέση με τα αποτελέσματα της μέτρησης είναι 2,9%. Τα αποτελέσματα της έρευνας έχουν σταθμιστεί με τη σύνθετη στάθμιση ως προς το φύλο, την ηλικία και την κομματική προτίμηση. Επισημαίνεται ότι τα στοιχεία της μέτρησης αποτελούν την καταγραφή των τάσεων που επικρατούν τη δεδομένη χρονική περίοδο διεξαγωγής της έρευνας.