Βάγια Μπαλή «Η συγγραφέας, μας συστήνεται μέσα από τα έργα της, με τίτλο ‘’Απλώς έτυχε΄΄ είναι το πρώτο της Μυθιστόρημα»

Η Βάγια μέσα από τον γραπτό της λόγο « Μπορεί »

Μπορεί να αγγίξει εκείνους που έμειναν άνθρωποι στην αιώνια πάλη της ζωής .

Μπορεί να απαντήσει σε σημαντικούς προβληματισμούς που έμειναν μετέωροι γιατί κάποιοι τρόμαξαν στην αλήθεια.

Μπορεί να γίνει η φίλη που θα ήθελες να έχεις πάντα.

Μπορεί να εννοεί , αρκεί να την κοιτάξεις στα μάτια έστω και μόνο μια φορά.
Μα , αν δεν έτυχε ποτέ να σταθείς απέναντι της , θα νιώσεις πως ένα όμορφο αερικό πέρασε από δίπλα σου και ένιωσες … πώς να είναι ένας παράδεισος σαν η ψυχή ανθρωπεύει.

Α.Ρ

Λίγα λόγια γνωριμίας …

Η Βάγια Μπαλή γεννήθηκε στην Αθήνα το 1983. Σπούδασε στο Τμήμα Βιβλιοθηκονομίας και Συστημάτων Πληροφόρησης των ΤΕΙ Αθήνας και εργάστηκε για διάφορες δημόσιες και ιδιωτικές βιβλιοθήκες – μεταξύ αυτών, του νοσοκομείου ΚΑΤ, του Ινστιτούτου Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών, του Ινστιτούτου Γεωπονικών Επιστημών, του 51ου Δημοτικού Σχολείου Αθηνών, του Μάριου Πλωρίτη, κ.ά. Επί σειρά ετών ασχολείται με τη συγγραφή ποιημάτων, πεζών κειμένων και άρθρων, πολλά από τα οποία έχουν φιλοξενηθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και blogs. Έχει διακριθεί σε ποιητικούς διαγωνισμούς. Ποιήματά της έχουν χρησιμοποιηθεί σε έργα της μουσικού Άννας Στερεοπούλου. Το 2017 κυκλοφόρησε η ποιητική της συλλογή »Ο χρόνος-βέλος» (Εκδόσεις Αρισταρέτη). Το »Απλώς έτυχε» είναι το πρώτο της Μυθιστόρημα ( Εκδόσεις Ε. Άρτεμις , 2018 )

ΜΕΤΡΩΝΤΑΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ

Γεννηθήκαμε για να μετράμε απώλειες.
Μεγαλώνουμε μαθαίνοντας αν το ένα κι ένα
μας κάνει δύο ή αν το δύο μπορεί στη ζωή μας να γίνει ένα.
Γεννηθήκαμε για να μάθουμε, αν μπορούμε, την αγνή, εύπλαστη ψυχή μας να την σκληρύνουμε,
ν ‘αντέχει προδοσίες, αγάπες, έρωτες και αποχωρισμούς.
Γεννηθήκαμε για να μάθουμε πως ως το τέλος του ταξιδιού τίποτα δε μας χαρίζεται και ότι δε θα αποκτήσουμε ποτέ τόση γνώση όση χρειάζεται για να πούμε πως πια τα γνωρίζουμε όλα.
Γεννηθήκαμε για να φέρουμε χαρά στους συνεπιβάτες του ταξιδιού μα και συντροφιά, στο κατά τ’ άλλα μοναχικό μας ταξίδι.
Κι αν είσαι τυχερός και φτάσεις μακριά θα μετρήσεις πολλές απώλειες… πολλές.

ΝΙΩΣΙΜΟ

Έχω δώσει τόσες πολλές στιγμές απ’ τη ζωή μου για να μάθω να λέω «σ’ αγαπώ» και να το εννοώ. Να το λέει πρώτα η ψυχή, έπειτα το μυαλό και τέλος το στόμα. Κι όταν τ’ αυτιά το ακούνε, να καταφέρνει ν’ ανθίζει μέσα μου, κάπου απροσδιόριστα, ένα λουλούδι τόσο ξεχωριστό και τόσο μα τόσο δικό μου, που όμοιό του δεν έχω ξανά νιώσει και δεν έχεις δει ποτέ. Έχω ξοδέψει τόσες πολλές στιγμές για να μάθω να λέω το «συγγνώμη» και να το εννοώ. Να μην το λέει το στόμα προτού νιώσει τον πόνο και σκύψει αρχικά η ψυχή και μετά το κεφάλι. Κι όταν λέω «ευχαριστώ» , έχω μάθει από μικρό παιδί να κοιτώ κατάματα τον άλλον, τόσο που πρώτα να του το λέει το βλέμμα μου, που ‘ναι γεμάτο ευγνωμοσύνη, και έπειτα να το συλλαβίζουν τα χείλη μου.
Πορεύομαι σεβόμενη τη ζωή και λατρεύοντας τις ομορφιές της. Γιατί για κάθε ασχήμια που υπάρχει μέσα στον κόσμο, αντάμα υπάρχει και ένας θησαυρός ομορφιάς. Κι αν δε νιώθεις ευλογημένος για ό, τι αισθάνεσαι και για ό, τι σου προσφέρεται τότε τι; Τότε ποιο άλλο μεγαλείο θα σου αγγίξει το είναι σου και θα σου προσφέρει ατόφιους παραδείσους;

ΟΡΑΜΑΤΟΣ ΚΑΡΤΕΡΙ

Σεργιάνισα ξυπόλητη το χάος και την πίκρα, λαβώθηκα και έπεσα στα γόνατα πολλές στιγμές. Βαφτίστηκα στο ποταμό του ακριβού ονείρου, μα κόντεψα να πνιγώ το όνομα πριν λάβω και πριν να μεταλάβω τη Θεία την αγάπη, του έρωτα το θάμπος, προτού εξαγνιστώ από τις αμαρτίες και τις κακοτοπιές. Βημάτισα προσεκτικά στα μυστικά του χρόνου και ας μου έσκαψαν παγίδες οι άσπονδοί μου «φίλοι», αγίασα τον αδερφό και «θέωσα τη μάνα «, κακό να μη φωλιάσει έντός μου και ας με ακουμπά.
Σεργιάνισα σε βλέφαρα, που πάθος μου ζητούσαν κι εγώ τους έβγαζα κρασί τον πόθο τους να σβήσουν. Με μια φωτιά μες στης ψυχής τις ρούγες σκορπίζομαι στο «ίσως» και φλέγομαι σε οράματος καρτέρι.

ΣΤΙΣ ΠΛΕΥΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΥ

Σ’ αγαπάω στους κήπους της πυκνής βλάστησης της ψυχής μου. Στους καταρράκτες των δακρύων που τρέχουν με ορμή στους πόρους του άσπρου δέρματος. Στις μικρές ρωγμές του είναι μου θριαμβεύεις, με ατελέσφορες δεήσεις του σώματος, του πνεύματος – της ολότητάς μου. Στη διάβρωση της φωνής, ρίχνομαι στης φαντασίας το ξέστρωτο όνειρο να την ξανά χαλκέψω, να την σμιλεύσω ακόμα πιο ανθεκτική, να εισβάλλει στης ησυχίας τα δρώμενα, να κάνει κατάληψη. Στης ποίησης τη μαύρη ρώτα, φυσώ μορφής ανάταση, πνοής ολόδροση φορά, και μου κρατάς το χέρι το αέρινο, το ρυθμικό μου δεξί χέρι, που κοινωνεί με της καρδιάς τον ακούραστο μυ… στον παλμό της υπάρχεις, στις λέξεις υπάρχεις, στο τίναγμα του αφημένου, παραδομένου βλέμματος, για κοίτα, πως… υπάρχεις… άρχεις στις πλεύσεις του νου.

ΌΝΕΙΡΑ

Τα λούστραρε, τα γυάλισε
να φαίνονται καινούργια.
Τα διάλεξε, τ’ ανέθρεψε
κακό να μην τα βρει.
Με παραμύθια και μ ‘ ευχές
τα είχε καμωμένα
και με λουλούδια κι ομορφιές
να ζουν μες στην ψυχή.
Τα πρόσεχε, δεν τα ‘δειχνε
ποτέ της σε κανέναν.
Κι όταν για ‘κείνα τη ρωτούσαν
απέφευγε να πει.
Τα βράδια μόνο τ’ άφηνε
να ζουν μες στη ζωή της,
Να βγαίνουν με ορμή
και να την κατακτούν.
Όνειρα… παράλληλη ζωή
που πλάθεται όπως τη θέλει αυτή.

«Αρίστο, σταμάτα επιτέλους να κλαις σαν κοριτσάκι! Γίνε άντρας, σαν τον πατέρα σου, και άσ’ τα αυτά τα γυναικωτά. Τράβα βοήθα τον στη στάνη, που έχει γεννητούρια. Να μάθεις να βγάνεις το μοσχαράκι. Ορίστε μας! Ολόκληρο παλικάρι να μυξοκλαίει επειδή πήρα με τη σκούπα τις κούκλες του! Το κουκλοθέατρο με τα βρομόπανα μας μάρανε. Τι αηδίες είναι αυτές, αγόρι πράμα; Κουκλοθέατρο και χαζομάρες, να μας κοροϊδεύει ο κόσμος στο χωριό!» φώναζε συχνά πυκνά η κυρα-Ασπασία στον γιο της, πληγώνοντας την αθώα του καρδούλα. Έτσι, μεγαλώνοντας ο Αρίστος έγινε για όλους σκληρός και δυνατός, όπως ακριβώς του έλεγε η μάνα του. Δεν έδειχνε να φοβάται τίποτα και δεν κλαψούριζε σαν κοριτσάκι. Έμαθε να ξεγεννάει φοράδες και αγελάδες, ακριβώς όπως ο πατέρας του. Καταχώνιασε τις αυτοσχέδιες κούκλες που έφτιαχνε για να παίζει κουκλοθέατρο. Και, φυσικά, ποτέ δεν επέτρεψε στον εαυτό του να κλάψει μπροστά σε κανέναν. Το τι έκανε, βέβαια, τις στιγμές της μοναξιάς του ήταν ένα άλλο θέμα: έκλαιγε, έπαιζε με τις κούκλες του και, όποτε είχε κέφι, έβαζε στο κεφάλι μια περούκα –την οποία έφτιαχνε ο ίδιος από τις ουρές των φοράδων–, έβαφε τα χείλη του με το ένα και μοναδικό κραγιόν που είχε η μάνα του, φορούσε μια ρόμπα δική της σαν να ήταν φουστάνι και υποδυόταν τη μικρή κυρία που πήγαινε πρώτη φορά στην πρωτεύουσα.
Τον μάγευε η σκέψη της πρωτεύουσας και η φυγή από το χωριό του. Απεχθανόταν τους συντοπίτες του, που τους θεωρούσε όλους άξεστους και απολίτιστους…

(Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Απλώς έτυχε», εκδόσεις Ε. Άρτεμις , 2018)