Η κλιματική αλλαγή έχει αρχίσει ήδη να επηρεάζει πολλούς τομείς δραστηριότητας- και ένας εξ αυτών είναι και ο τομέας της οικονομίας. Οι επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία τις επόμενες δεκαετίες είναι το αντικείμενο έρευνας της διαΝΕΟσις, την οποία πραγματοποίησε οκταμελής ομάδα επιστημόνων, με συντονιστή τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνο Καρτάλη.

Η κλιματική αλλαγή που καταγράφεται ήδη σε παγκόσμια κλίμακα δεν αποτελεί απλώς ένα περιβαλλοντικό πρόβλημα, λόγω π.χ. της αύξησης της θερμοκρασίας του αέρα ή της συχνότερης εμφάνισης ακραίων καιρικών φαινομένων, όπως συχνά και εσφαλμένα προσεγγίζεται. Αντίθετα σχετίζεται άμεσα με το αναπτυξιακό μοντέλο μιας χώρας ή περιοχής, καθώς παραγωγικοί κλάδοι και τομείς επηρεάζονται άμεσα ή έμμεσα από την κλιματική αλλαγή και οφείλουν να προσαρμοσθούν σε αυτή για να διατηρήσουν τη δυναμική τους.

Σύμφωνα με την έρευνα, η κατά μέσο όρο αύξηση της θερμοκρασίας στα μέσα του αιώνα (2046-2065) σε σχέση με το διάστημα 1961-1990 θα είναι της τάξης των 2,5 βαθμών Κελσίου, με κατά τόπους αύξηση 3,8 βαθμών Κελσίου τους θερινούς μήνες.

Η εκτιμώμενη αύξηση των ημερών με καύσωνα ετησίως θα είναι 15-20 ημέρες, ενώ η κατά μέσο όρο μείωση των βροχοπτώσεων θα είναι 12% (κατά 20-30% τους θερινούς μήνες και κατά 10% τους χειμερινούς). Η μέση άνοδος της στάθμης της θάλασσας, σύμφωνα με μετριοπαθείς υπολογισμούς, θα είναι μεταξύ 20 και 50 εκατοστών, ενώ τα ακραία καιρικά φαινόμενα θα είναι συχνότερα. Οι αρνητικές επιπτώσεις θα είναι πιο έντονες στην κεντρική Μακεδονία στη Θεσσαλία, στη δυτική Πελοπόννησο και στην Αττική.