Τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών ήταν ένα σαφές μήνυμα των Ευρωπαίων ότι αμφισβητούν τη λεγόμενη φιλελεύθερη συναίνεση, την οποία εκπροσωπούν το πάλαι ποτέ κυρίαρχο πολιτικό δίπολο Χριστιανοδημοκρατία-Σοσιαλδημοκρατία. Το αμφισβήτησαν, στρεφόμενοι ή προς ποικίλα αντισυστημικά κόμματα (κυρίως της λεγόμενης Νέας Δεξιάς ή Ακροδεξιάς) ή προς τους ‘Πράσινους’.

Το μήνυμα ήταν μεν σαφές και ηχηρό, αλλά όχι τόσο ισχυρό, ώστε να υποχρεώσει το ευρωιερατείο να αλλάξει γραμμή πλεύσης. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι σε γενικές γραμμές η ΕΕ-Ευρωζώνη θα συνεχίσουν να κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση, γεγονός το οποίο αναπόφευκτα θα οξύνει περαιτέρω τις αντιφάσεις-αντιθέσεις, κατά συνέπεια και την υφιστάμενη ροπή προς αντισυστημικά κόμματα.

Εάν το ευρωιερατείο δεν αντιδράσει εγκαίρως με διορθωτικές κινήσεις, εξ αντιδιαστολής θα τροφοδοτήσει την ήδη εκδηλωμένη διαδικασία αποσύνθεσης του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Ό,τι από τα δύο κι αν συμβεί, τα περιθώρια κινήσεων της Ελλάδας εκ των πραγμάτων θα διευρυνθούν. H μόνη ρεαλιστική ελπίδα που έχει η Ελλάδα για να ξεφύγει από τον σημερινό εγκλωβισμό της είναι εάν το ευρωιερατείο υποχρεωθεί από τα πράγματα να αλλάξει γραμμή πλεύσης, να εγκαταλείψει το κυρίαρχο δόγμα της λιτότητας. Η μόνη περίπτωση να συμβεί αυτό είναι εάν εκδηλωθούν διαλυτικές τάσεις, ή τουλάχιστον τάσεις αποσύνθεσης του ενοποιητικού εγχειρήματος.

Oι εξελίξεις στο ευρωπαϊκό πλαίσιο συμπίπτουν με εν εξελίξει τεκτονικές αλλαγές στην περιοχή μας. Το αγεφύρωτο ρήγμα στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, που έχει προκαλέσει η διολίσθηση της Τουρκίας του Ερντογάν και προς τον ισλαμισμό και προς τη Μόσχα τείνει να μετατρέψει την Ελλάδα από χώρα δεύτερης γραμμής σε χώρα πρώτης γραμμής. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι Αμερικανοί έχουν ίδιον συμφέρον η Ελλάδα να σταθεροποιηθεί και οικονομικά, με σκοπό να λειτουργήσει ως κεντρικό γεωπολιτικό έρεισμά τους στην περιοχή, μέσω και των τριγωνικών συνεργασιών στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ο ενθουσιώδης ευρωπαϊσμός

Ας κάνουμε, όμως, ένα άλμα στο παρελθόν. Μπορεί ο Κωνσταντίνος Καραμανλής να διακήρυξε μετά το 1974 ότι η Ελλάδα ανήκει στη Δύση, αλλά το ζήτημα αυτό είχε στην πράξη λυθεί με τον εμφύλιο πόλεμο 1946-49. Η ένταξή της, μάλιστα, στην ΕΕ (τότε ΕΟΚ) προσέθεσε στους αμυντικούς δεσμούς το πολύ πιο σύνθετο πλέγμα των οικονομικών και κοινωνικών δεσμών με την Ευρώπη. Η ένταξη στην Ευρωζώνη το 2001 ήλθε να ολοκληρώσει αυτή την πορεία ενσωμάτωσης στις ευρωατλαντικές δομές. Και μάλιστα κατά τρόπο που έδειχνε να απαντά κατά τρόπο οριστικό και τελεσίδικο το παραδοσιακό ερώτημα του στρατηγικού προσανατολισμού της χώρας.

Ο ενθουσιώδης ευρωπαϊσμός της συντριπτικής πλειονότητας των εγχώριων πολιτικών δυνάμεων πήγασε περισσότερο από τον άκρατο ευρωπαϊκό επαρχιωτισμό τους παρά από μία επεξεργασμένη συνειδητή στρατηγική επιλογή που να παντρεύει τα εθνικά συμφέροντα με το ευρωπαϊκό ενοποιητικό εγχείρημα. Αυτός είναι ο λόγος που ένας μάλλον επιπόλαιος φεντεραλισμός βρήκε εύφορο έδαφος στους κόλπους των ελληνικών αρχουσών ελίτ.

Η ΕΕ, όμως, αποτελείται από εθνικά κράτη με συγγενική αλλά διαφορετική κουλτούρα, με συμβιβάσιμα αλλά διαφορετικά συμφέροντα, που πηγάζουν από διαφορετικές ανάγκες. Ως εκ τούτου, η ενοποιητική διαδικασία εξαρχής δεν μπορούσε να υπερβεί κάποια όρια. Είναι ενδεικτικό ότι στις δεκαετίες που η Ελλάδα ανήκει στην ευρωπαϊκή οικογένεια σπάνια είδε την περιβόητη κοινοτική αλληλεγγύη να εκδηλώνεται στο ανοικτό μέτωπο που αντιμετωπίζουμε λόγω του τουρκικού επεκτατισμού. Στην πραγματικότητα, κάθε χώρα-μέλος προσερχόταν και προσέρχεται στο ευρωπαϊκό πλαίσιο με γνώμονα τα δικά της εθνικά συμφέροντα.

Δεν θα μπορούσε να συμβαίνει και διαφορετικά. Όσοι στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες-μέλη με ιεραποστολικό δογματισμό θεωρούσαν ότι τα έθνη είναι από τη φύση τους εμπόδιο στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης και γι’ αυτό ουσιαστικά πρέπει να ατροφήσουν, υπονομεύουν την ενοποίηση. Προϋπόθεση για να επιβιώσει το ευρωπαϊκό εγχείρημα ήταν και παραμένει να γίνουν απολύτως σεβαστές οι ευαισθησίες, οι ιδιαιτερότητες και κυρίως οι ανάγκες κάθε χώρας-μέλους. Με άλλα λόγια, τα εθνικά συμφέροντα δεν είναι ασύμβατα με την κοινοτική αλληλεγγύη.

Η υιοθέτηση του ευρώ ήταν αναμφίβολα ένα άλμα στη μακρά πορεία προς την Ενωμένη Ευρώπη. Ήταν, όμως, ένα άλμα που όξυνε τη μονομέρεια του ιστορικού αυτού εγχειρήματος, επειδή κατέστησε απειλητική την ανισορροπία μεταξύ οικονομικής και πολιτικής σφαίρας. Από τη στιγμή που η ΕΕ δεν ενέταξε τη νομισματική ένωση στο πλαίσιο μίας οικονομικής ένωσης και αυτή με τη σειρά της στο πλαίσιο μίας μορφής πολιτικής ένωσης, ήταν αναπόφευκτο να αναδυθούν οι αντιθέσεις που σήμερα τροφοδοτούν αποδομητικές τάσεις.

Η οικονομική κρίση του 2008

Η οικονομική κρίση του 2008 παρόξυνε το πρόβλημα, αλλά τα σημάδια προϋπήρχαν. Στις δύο χώρες που πραγματοποιήθηκε δημοψήφισμα για την έγκριση του Ευρωσυντάγματος, στη Γαλλία (Μάιος 2005) και στην Ολλανδία (Ιούνιος 2005), το αποτέλεσμα ήταν καθαρά αρνητικό. Τα “όχι” ήταν ένα ράπισμα στην πολιτική αυταρέσκεια του ευρωιερατείου και των φιλελεύθερων πολιτικών δυνάμεων που κυριαρχούσαν στη μεταπολεμική Ευρώπη.

Στα δημοψηφίσματα κατέστη εξόφθαλμο πως οι άρχουσες ελίτ βρίσκονταν σε αποκλίνουσα τροχιά σε σχέση με τις κοινωνίες. Το “όχι” αντανακλούσε κατά κανόνα τη δυσαρέσκεια για τον νεοφιλελεύθερο προσανατολισμό της ΕΕ, για την απίσχναση του κοινωνικού κράτους, για τα υψηλά ποσοστά ανεργίας και τα χαμηλά ποσοστά ανάπτυξης, για το δημοκρατικό έλλειμμα και για την απροθυμία της Ευρώπης να χειραφετηθεί πολιτικά.

Τότε αντανακλούσε, επίσης, τον φόβο για την τότε εύκολη και μαζική διεύρυνση προς Ανατολάς. Ο κοινός παρονομαστής του ετερόκλητου και ποικιλόχρωμου μετώπου της απόρριψης του Ευρωσυντάγματος ήταν η άρνηση του κατεστημένου πολιτικοοικονομικού μονόδρομου, στον οποίο οι κυβερνήσεις έχουν δρομολογήσει την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Η οικονομική κρίση του 2008 έβγαλε δυναμικά στην επιφάνεια την τάση υποβάθμισης του βιοτικού επιπέδου των δυτικών κοινωνιών ως αποτέλεσμα της διολίσθησης των δυτικών οικονομιών στον διεθνή καταμερισμό εργασίας λόγω της παγκοσμιοποίησης. Η διεθνής ολιγαρχία του χρήματος μπορεί να αποτελείται κατά κανόνα από δυτικούς, αλλά είναι περισσότερο μια νέου τύπου πλανητική “αυτοκρατορία” παρά κεφαλαιοκράτες με αμερικανική ή ευρωπαϊκή συνείδηση.

Η εύκολη λύση

Για να συντηρήσουν οι δυτικές κυβερνήσεις στοιχειωδώς το μέσο βιοτικό επίπεδο και τις κοινωνικές υποδομές στις χώρες τους, κατέφυγαν στον δανεισμό. Ειδικά στην Ευρωζώνη, που για χρόνια τα επιτόκια ήταν πολύ χαμηλά, ο δανεισμός ήταν η εύκολη λύση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα κρατικά χρέη να ακολουθήσουν ανοδική τροχιά. Με άλλα λόγια, το χρήμα έχει μεταφερθεί μαζικά από τα κράτη σε ιδιώτες. Η μεγαλύτερη ή μικρότερη διόγκωση του χρέους ήταν αναπόφευκτο να προκαλέσει κάποια στιγμή κρίση χρέους.

Η Ευρωζώνη υπέστη ρήγμα στον πιο αδύναμο κρίκο της, που ήταν η Ελλάδα. Αυτή, όμως, είναι η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη είναι ότι λόγω της ανισομερούς ανάπτυξης πάντα και παντού θα υπάρχουν αδύναμοι κρίκοι. Γι’ αυτό και πίσω από την Ελλάδα ακολούθησαν και οι άλλες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Από την ύπαρξη του κοινού νομίσματος επωφελούνται οι πιο ανταγωνιστικές οικονομίες, με πρώτη τη γερμανική. Το ευρώ επιτρέπει στα γερμανικά προϊόντα να είναι πιο ανταγωνιστικά. Επιτρέπει, δηλαδή, στη Γερμανία να συσσωρεύει εμπορικά πλεονάσματα, καταδικάζοντας τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου να συσσωρεύουν εμπορικά ελλείμματα. Τα ελλείμματα αυτά σταδιακά μετατράπηκαν σε διογκωμένο χρέος.

Δεδομένου ότι το κοινό νόμισμα εμποδίζει τις λιγότερο ανταγωνιστικές χώρες-μέλη να εξισορροπήσουν με νομισματικό τρόπο το μειονέκτημά τους, το ευρωιερατείο προωθεί τη λιτότητα, βυθίζοντας τις οικονομίες αυτών των χωρών στην ύφεση. Η Γερμανία τα θέλει όλα δικά της. Ο οικονομικός εθνικισμός της, όμως, τροφοδοτεί τις τάσεις αποδόμησης της ΕΕ. Τα παραδείγματα είναι πολλά με πιο σημαντικό μέχρι τώρα το Brexit. Η εκλογή του Τραμπ, μάλιστα, προσέδωσε μία νέα ποιοτική διάσταση σ’ αυτές τις τάσεις. Όχι μόνο ενισχύοντας τα δεξιόστροφα αντισυστημικά εθνοκεντρικά κόμματα στην Ευρώπη, αλλά και αμφισβητώντας τη γερμανική ηγεμονία στην Ευρωζώνη.

Όλα τα αυγά στο ευρωπαϊκό καλάθι

Μέσα σ’ αυτό το ρευστό τοπίο, η Ελλάδα είναι αντιμέτωπη με στρατηγικού χαρακτήρα προκλήσεις. Οι εγχώριες άρχουσες ελίτ έχουν βάλει όλα τα αυγά τους στο ευρωπαϊκό καλάθι. Αυτή τη στρατηγική επιλογή υπηρέτησε η απερχόμενη κυβέρνηση Τσίπρα την ίδια θα υπηρετήσει και η επερχόμενη κυβέρνηση της ΝΔ. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η Ελλάδα θα κινηθεί και τα επόμενα χρόνια στον μεταμνημονιακό μονόδρομο.

Μπορεί η Ελλάδα να βγήκε από τα Μνημόνια, μπορεί η οικονομία να έχει σταθεροποιηθεί (σε χαμηλό επίπεδο), αλλά δεν έχει βγει οριστικά από την παγίδα αργού θανάτου που οι δανειστές ύφαναν και για τη μεταμνημονιακή περίοδο. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις η δέσμευση για υπερβολικού ύψους πρωτογενή πλεονάσματα και το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας μέσω του Υπερταμείου. Από την άλλη πλευρά, είναι αληθές ότι η Ελλάδα δεν είχε ούτε έχει εύκολες εναλλακτικές επιλογές.

Αρκετοί αναζήτησαν διέξοδο στην αποχώρηση από την Ευρωζώνη. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για πορεία σε αχαρτογράφητα νερά, για πορεία γεμάτη αβεβαιότητες και ρίσκα. Ακόμα κι αν συμφωνούσε κάποιος σε μία τέτοια στρατηγική επιλογή, για να είναι βιώσιμη προϋποθέτει την ύπαρξη αφενός “καπετάνιου” και επεξεργασμένου πολιτικού σχεδίου, αφετέρου την αναγκαία κοινωνική συναίνεση. Δεν υπάρχει ούτε η μία ούτε η άλλη προϋπόθεση. Ούτε, βεβαίως, ήταν ποτέ ρεαλιστική διέξοδος η στρατηγική προσκόλληση στο ρωσικό ή στο κινεζικό άρμα.

Σταύρος Λυγερός

ΠΗΓΗ: slpress.gr