Οι 36 κορυφαίες τράπεζες της Ευρώπης συγκέντρωσαν αθροιστικά χρηματιστηριακή αξία χαμηλότερη της Apple!

Τα 36 μεγαλύτερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Ευρώπης συγκεντρώνουν αθροιστικά χρηματιστηριακή αξία μικρότερη εκείνης των αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών όπως η Apple και η Microsoft.

Την απογοητευτική αυτή εικόνα του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου σκιαγράφησε ο Αντρέας Τρίεχλ, πρόεδρος της αυστριακής τράπεζας Erste Group Bank, παρουσιάζοντας τα σχετικά στοιχεία στο πλαίσιο του ετήσιου συνεδρίου του Διεθνούς Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος (IIF) που άρχισε την Παρασκευή στην Ουάσιγκτον.

Όπως τόνισε ο κ. Τρίεχλ, πρόκειται για τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες που εντάσσονται στον τραπεζικό δείκτη Bloomberg Europe 500, συγκεντρώνουν ενεργητικό ύψους 28 τρισ. δολαρίων και απασχολούν περισσότερα από δύο εκατ. άτομα. Και όμως, η χρηματιστηριακή τους αξία έχει μειωθεί τόσο ώστε ακόμη και το άθροισμα των κεφαλαιοποιήσεων να ωχριά μπροστά σε εκείνη των αμερικανικών κολοσσών. Προσέθεσε μάλιστα πως η εικόνα του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα όπως προκύπτει από τα στοιχεία αυτά «αφηγείται την ιστορία» της κακοδαιμονίας του κλάδου. Πράγματι μόλις το 2014 τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που παρακολουθεί ο εν λόγω δείκτης είχαν άθροισμα  χρηματιστηριακής αξίας πάνω από ένα τρισ. δολάρια και υπερέβαιναν τη χρηματιστηριακή αξία της Apple.

Στο μεταξύ, όμως, έχουν χάσει από την αξία τους καθώς βρίσκονται επί χρόνια σε δεινή θέση μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, προσπαθώντας να αντιμετωπίσουν το πλήγμα που έχει υποστεί η κερδοφορία τους εξαιτίας των αρνητικών επιτοκίων. Και παράλληλα μειώνεται το μερίδιό τους στην παγκόσμια αγορά προς όφελος των αμερικανικών ανταγωνιστριών τους. Όπως, άλλωστε, τόνισε ιδιαίτερα ο κ. Τρίεχλ, οι ευρωπαϊκές αρχές δεν έχουν κατορθώσει να συμφωνήσουν σε κάποιους κοινούς κανόνες που θα καταστήσουν δυνατή την ανάπτυξη των αγορών χρέους και θα δώσουν στις ευρωπαϊκές τράπεζες τη δυνατότητα να τιτλοποιήσουν περισσότερα δάνεια. Ο Τρίεχλ εξέφρασε μάλιστα μια δυσοίωνη και απαισιόδοξη εκτίμηση για το μέλλον, υπογραμμίζοντας ότι «η Ευρώπη θα βρίσκεται μονίμως σε μειονεκτική θέση έναντι των ΗΠΑ και άλλων οικονομιών που εργάζονται για να αναπτύξουν τις δικές τους αγορές κεφαλαίων ταχύτερα από όσο το κάνουμε στην Ευρώπη».

Παράλληλα, όμως, από το βήμα του συνεδρίου του IIF εκφράστηκαν απόψεις υπέρ της χαλάρωσης των ρυθμίσεων στον τραπεζικό τομέα, προκειμένου να δοθεί στις τράπεζες περιθώριο κερδοφορίας και ανάπτυξης. Συγκεκριμένα ο πρόεδρος της Citigroup, Τζον Ντούγκαν, και ο διευθύνων σύμβουλος της Societe Generale, Φρεντερίκ Ουντέα, υποστήριξαν ότι πρέπει να βρεθεί ισορροπία ανάμεσα στη ρύθμιση του τραπεζικού τομέα και στη δυνατότητα των τραπεζών να διεκπεραιώνουν τις δραστηριότητές τους. Στο αίτημά τους αντέδρασε έντονα ο επικεφαλής της γερμανικής εποπτικής αρχής τραπεζών, Φέλιξ Χάφελντ, τασσόμενος κατά της  απορρύθμισης και της κατάργησης των κανόνων που επιβλήθηκαν στο χρηματοπιστωτικό σύστημα μετά την παγκόσμια κρίση. Προειδοποίησε πως «μπορεί να είναι καλό να δοθεί στις τράπεζες λίγος χώρος να αναπνεύσουν», αλλά μια απορρύθμιση και μια κατάργηση των αυστηρών κανόνων με σκοπό την τόνωση της κερδοφορίας τους «θα είναι καταστρεπτική για όλους, τόσο για τη βιομηχανία των χρηματοπιστωτικών όσο και για το κοινό καλό». Επέκρινε μάλιστα τις «πολλές φορές που έχουν επιχειρήσει πολιτικοί παράγοντες να χρησιμοποιήσουν το ζήτημα των ρυθμίσεων στον χρηματοπιστωτικό τομέα για να επιτύχουν κάθε είδους πολιτικές σκοπιμότητες».