Ο πρώτος άθλος του Ηρακλή: Ο Λέων της Νεμέας

Ο ΠΡΩΤΟΣ Άθλος πού ανέθεσε ο Ευρυσθεύς στον Ηρακλή, μόλις εκείνος εγκαταστάθηκε στην Τίρυνθα, ήταν να σκοτώ­σει και να γδάρει τον Λέοντα της Νεμέας ή των Κλεωνων, θηρίο τεράστιο, άτρωτο από το σίδερο, το χαλκό και την πέτρα (1).

β. Σύμφωνα με τη γνώμη μερικών αυτό το λιοντάρι ήταν βλαστάρι του Τυφώνα, ή της Χίμαιρας και του σκύλου Όρθρου. Άλλοι λένε ότι το γέννησε η Σελήνη, με ένα ρίγος φρίκης όμως το πέταξε κάτω στη γη στο όρος Τρητο, κοντά στη Νεμέα, δίπλα σε μια αμφίστομη σπηλιά

. Ύστερα το έστρεψε εναντίον του ίδιου της του λαού ως τιμωρία επειδή δεν της προσέφεραν κάποια θυσία, αλλά τις περισσότερες ταλαιπωρίες τράβηξαν οι Βαμβίνιοι (2).

γ. Μερικοί υποστηρίζουν ότι η Σελήνη δημιούργησε το λιοντάρι κατ’ εντολή της Ήρας από τον αφρό της θάλασσας και ύστερα το έκλεισε σε ένα μεγάλο κιβώτιο, το οποίο η Ίρις έσυρε στα όρη της Νεμέας δένοντας το στη ζώνη της.

Ο Τρητος πήρε το όνομα του από μια κόρη του Ασωπού ή του Δία και της Σελήνης . Η σπηλιά του λιονταριού φαίνεται ακόμα και σήμέρα τρία χιλιόμετρα περίπου από τη Νεμέα (3).

δ. Φτάνοντας στις Κλέωνας, ανάμεσα στην Κόρινθο και στο Αργός, ο Ηρακλής φιλοξενήθηκε στο σπίτι ενός μεροκαματιάρη ή βοσκού ονόματι Μόλορχου, του οποίου ο γιος είχε σκοτωθεί από το λιοντάρι.

‘Όταν ο Μόλορχος θέλησε να εξευμενίσει την Ήρα θυσιάζοντας της κριάρι, ο Ηρακλής δεν τον άφησε.

– Περίμενε τριάντα μέρες, του είπε. Αν επιστρέψω σώος, θυσίασε το κριάρι προς τιμήν του Δία Σωτήρα. Αν δεν επιστρέψω, θυσίασε το προς τιμήν μου, σαν σε ήρωα.

ε. Το μεσημέρι έφτασε ο Ηρακλής στη Νεμέα, δεν βρήκε όμως κανένα να του δείξει το δρόμο επειδή το λιοντάρι είχε εξοντώσει όλους τούς κάτοικους της περιοχής ούτε και ίχνη του βρήκε.

Πρώτα έψαξε το όρος Απεσαντα – ονομάστηκε έτσι από το βοσκό Απεσαντα πού τον είχε σκοτώσει το λιοντάρι, κατ’ άλλους από το γιο του Ακρίσι­ου Απεσαντα πού είχε πεθάνει από δαγκωματιά φιδιού στη φτέρνα – ύστερα σκαρφάλωσε στον Τρητο και δεν άργησε να δει το λιοντάρι να επιστρέφει στη σπηλιά του πασαλειμμένο στο αίμα των θυμάτων εκείνης της μέρας (4).

Ο Ηρακλής εκτόξευσε ένα σωρό βέλη εναντίον του, τα βέλη όμως εξοστρακίστηκαν στο χοντρό δέρμα του λιονταριού χωρίς να του προκαλέσουν ζημία , το θηρίο χασμουρήθηκε, έγλειψε τα χείλη του και ο Ηρακλής του ρίχτηκε με το σπαθί, αλλά το σπαθί στράβωσε, σαν να ήταν από μολύβι.

Τέλος σήκωσε το ρόπαλό του και χτύπησε τόσο δυνατά τη μουσούδα του θηρίου, ώστε εκείνο κατέφυγε στην αμφίστομη σπηλιά του, όχι από τον πόνο, άλλά επειδή βούιζαν τα αφτιά του. Ρίχνοντας ένα λυπημένο βλέμμα στο διαλυμένο του ρόπαλο, ο Ηρακλής έκλεισε τη μια είσοδο της σπηλιάς και εισέβαλε από την άλλη.

Τώρα πια ήξερε ότι κανένα όπλο δεν έπιανε το λιοντάρι και του ρίχτηκε με τα χέρια. Μολονότι το λιοντάρι του έκοψε το ένα δάχτυλο, ο Ηρακλής τελικά κατόρθωσε να αρπάξει το θηρίο από το λαιμό και να το πνίξει 5.

ζ. Κουβαλώντας το κουφάρι στους ωμούς ο Ηρακλής ξεκίνησε για τις Κλέωνας, όπου έφτασε την τριακοστή μέρα ακριβώς και βρήκε τον Μόλορχο έτοιμο να θυσιάσει προς τιμήν του θυσία ήρωα , αντί για αυτό θυσίασαν μαζί το κριάρι στον Δία Σωτήρα.

Όταν τελείωσαν ο Ηρακλής έκοψε καινούριο ρόπαλο και αφού επέφερε μερικές αλλαγές στα Νεμέα – μέχρι τότε διοργανώνονταν προς τιμήν του Οφέλ­τη και έκτοτε προς τιμήν του Δία – κουβάλησε το κουφάρι στις Μυκήνες .

Ο Ευρυσθεύς όχι μόνον απόρησε άλλά κατατρόμαξε κιόλας και απαγόρευσε στον Ηρακλή να ξαναπατήσει στην πόλη , από τότε οι καρποί των Άθλων του έπρεπε να επιδεικνύονται έξω από τις πύλες της πόλης (6).

η. Για λίγο ο Ηρακλής δεν μπορούσε να σκαρφιστεί πως να γδάρει το λιοντάρι, ώσπου, ύστερα από θεϊκή έμπνευση, κατάλαβε ότι έπρεπε να χρησιμοποιήσει τα κο­φτερά νύχια του ίδιου του θηρίου , δεν άργησε λοιπόν να φορέσει την αδιαπέραστη λεοντή σαν αρματωσιά και το κεφάλι του θηρίου για κράνος .

Ο Ευρυσθεύς από τη μεριά του πρόσταξε τούς χαλκουργούς να του φτιάξουν χάλκινο πιθάρι όπου κρυβόταν όποτε του ανακοίνωναν την άφιξη του Ηρακλή, ενώ του παράγγελνε τις εντολές του με κήρυκα – έναν από τούς γιους του Πέλοπα, ονόματι Κοπρεα, τον οποίο εκείνος είχε εξαγνίσει από φόνο (7).

θ. Τις διακρίσεις πού του απένειμε η Νεμέα, ο Ηρακλής τις παραχώρησε αργότερα στους πιστούς Κλεωνεις συμμάχους του, οι οποίοι πολέμησαν στο πλευρό του κατά τον πόλεμο της Ήλιδας και έχασαν τριακόσιες εξήντα πολεμιστές.

Όσον άφορα τον Μόλορχο, ο Ηρακλής ίδρυσε προς τιμήν του τη γειτονική Μολορχία και φύτεψε το δάσος της Νεμέας όπου έκτοτε διοργανώνονται τα Νεμέα (8).

ι. Ο Ηρακλής δεν υπήρξε ο μοναδικός ήρωας πού έπνιξε λιοντάρι εκείνο τον καιρό. Το κατόρθωσε κι ένας από τούς φίλους του, ο Φίλιος, ως πρώτο άθλο από τούς τρεις πού του είχε ζητήσει να εκτελέσει ο ερωμένος του Κύκνος, γιος του Απόλλωνα και της Υρίας.

Επί πλέον έπρεπε να αντιμετωπίσει κάποια φρικαλέα άνθρωποφάγα πουλιά, σαν όρνια, και αφού εξημερώσει έναν άγριο ταύρο, να τον οδηγήσει στο βωμό του Δία.

Μόλις πραγματοποίησε και τούς τρεις άθλους, ο Κύκνος απαίτησε ακόμη και το μοσχάρι πού είχε κερδίσει ο Φύλιος ως έπαθλο σε κάποιους νεκρικούς αγώνες .

Ο Ηρακλής τον συμβούλεψε να αρνηθεί και να ζητήσει από τον Κύκνο να κρατήσει την αρχική του υπόσχε­ση.

Απελπισμένος ο Κύκνος πήδησε σε μια λίμνη πού έκτοτε ονομάστηκε λίμνη Κύκνος . Η μητέρα του Υρία τον ακολούθησε στο θάνατο του, και μεταμορφώθηκαν σε κύ­κνοι και οι δύο