Νίκος Δανέζης : «Η Λογοτεχνία είναι απόδραση»

Ο Νίκος Δανέζης είναι ένας απλός, ταπεινός άνθρωπος, όπως και τα ποιήματα του… συνήθως σύντομα μα δυνατά , ευρηματικά, γλαφυρά…

Α.Ρ

Λίγα λόγια γνωριμίας

Γεννήθηκα στις 15 Ιουνίου του 1976 στην Αθήνα. Πέρασα τα παιδικά μου χρόνια σε Αθήνα, Βόλο και Χίο, ενώ έφηβος πια ξαναγύρισα στην Αθήνα όπου και διαμένω μέχρι σήμερα. Εργάζομαι ως υπάλληλος σε ιδιωτική εταιρεία. Η λογοτεχνία δεν αποτελεί για μένα βιοποριστικό μέσο αλλά έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο να εκφραστώ, κυρίως μέσω της ποίησης σε ελεύθερη μορφή και κάποιες φορές μέσω μικρών κειμένων. Τον Νοέμβριο του 2018 εκδόθηκε η πρώτη μου ποιητική συλλογή «Θέατρο Σκιών», από την Άνιμα εκδοτική, με το ψευδώνυμο Νίκος Δανέζης, με το οποίο κι αποφάσισα έκτοτε να υπογράφω τα ποιήματά μου.

Μερικά ποιήματα του

 

Σκόνη

Αγαπώ τη σκόνη,
γιατί σ’ ό,τι αγγίζει κανείς
μένουν σημάδια

και κάπως έτσι πείσθηκα
πως δεν υπήρξε
κανείς

Λέξεις

Δεν είμαι οι λέξεις μου εγώ,
είμαι το φόντο, το λευκό,
στις γεμάτες
από λόγια
σελίδες

Κλωστή

Νυστάζεις
μα διστάζεις να κοιμηθείς,
δε χωνεύεις
το ότι κάτι σε καταπίνει.

Κρεμιέσαι από κλωστή
και σε κουνάνε
όσοι σ’ αγαπάνε
μέχρι κάτι να γίνει

Μαύρο

Γιατί, αγάπη μου, τρομάζεις;
Το μαύρο κοιτάζεις, μα

κάθε θλίψη
έχει ένα δικό της χρώμα

Ουτοπία

Μερικές φορές
οι πολύ όμορφες ιδέες
γίνονται άξαφνα καπνός
μαυρίζοντας τα πρόσωπα
τα βλέμματα
τα δάχτυλα
όσων τις αγγίζαν

Η Εικόνα

Μη με ακούς.
Θέλω να με προσέχεις
όταν δε μιλώ,
όταν οι λέξεις στη σιωπή,
παίρνουν μιαν άλλη σημασία,
ενίοτε δήθεν ανύπαρκτη,
όπως το χαμόγελο
της πεταλούδας•
Mια φτερωτή, πολύχρωμη θλίψη,
στο άνθος της ηλικίας της.

Αλλιώς μας συνήθισαν.
Σε μια γλώσσα κοινωνό,
με σωθικά που λιώνουν
σε λανθασμένες διατυπώσεις.
Μη μ’ αγνοείς όταν δε μιλώ.
Όταν εικόνες φέρνω στο νου μου.

Γιατί οι λέξεις λάμπουν
στο γόητρο του ήλιου
και θολώνουν τα νερά
στη γοή της βροχής,
μα ακίνητες στέκουν, ισχνές,
στο συμπέρασμα του χρόνου•

Θυμάμαι…
άρα υπάρχεις

Μόνα Λίζα

Ας πιστέψουμε, λοιπόν,
σε θεούς, νεράιδες, ψυχές,
σε κάρμα, σε προφήτες,
σ’ ό,τι μας κάνει κέφι,

αν είναι να σβήσουμε,
κάποια στιγμή,
σα ζωγραφιές,
ας σβήσουμε
σα Μόνα Λίζα,

μ’ ένα παράξενο
χαμόγελο
στα χείλη

Χαμηλά

Κι αν έχεις πέσει χαμηλά
στο βλέμμα τους
στα μάτια τους
μη σταματάς

εσύ ελεύθερα
ακόμη να πετάς
κι ας πετάς
για κάποιους
χαμηλά

Ανιδεο…τέλεια (1)

Οι περισσότεροι
ξεμείναμε ως σκιάχτρα
στα άγονα χωράφια

να διώχνουμε, είπαν,
τα νηστικά πουλιά
που όλοι ξέραμε καλά
ότι ποτέ δεν θα ‘ρθουν

πως ήτανε απλά
ένας απαίσιος τρόπος
για να καρφωθούμ’ εκεί,
υψωθέντες δίχως λόγο
και μέχρι τέλους

Τα ανείπωτα

Βάφτηκε κι απόψε η σιωπή
με λέξεις ωραίες
για την έξοδό της
την βραδινή

Έγινε όμορφη με τις
«σε θέλω»,
«λάμπεις»,
«σ’ αγαπώ»
κι άλλες λέξεις ανείπωτες
που κάποτε θα μένουν
στο πλάι της πιστές

Κι όταν ξημέρωσε,
ξεβάφτηκε
κι απέμεινε σιωπή γυμνή,
λέξεις να ψάχνει,
το βράδυ πάλι
να βαφτεί