Δείτε το Βίντεο – μαρτυρία της ευλυγισίας του οσίου Γέροντος Νεκταρίου Βιτάλη κατά την ώρα της εξόδου ακολουθίας στον Ιερό Ναό Αγίου Νεκταρίου Καμάριζας Αττικής 9 Φεβρουαρίου 2018.

Σεβ. Μητροπολίτου Μεσογαίας & Λαυρεωτικής Νικολάου:

Επικήδειος εις τον π. Νεκτάριο Βιτάλη

«Τῶν ἁγίων ὁ χορὸς εὗρε πηγὴν τῆς ζωῆς καὶ θύραν παραδείσου», τῶν ἁγίων ἡ χορεία ἀνεκάλυψε τὸν Χριστό, τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, καὶ ἔτσι ἔζησε ξεδιψῶντας ἀπὸ Αὐτόν, πέρασε δὲ διὰ τοῦ θανάτου τὴν θύρα τοῦ παραδείσου καὶ εἰσῆλθε στὴ δόξα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Σεβασμιώτατοι καὶ Θεοφιλέστατοι ἅγιοι Ἀρχιερεῖς, Ὁσιώτατοι ἱερεῖς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,

Ὁ πολυσέβαστος Γέροντας Νεκτάριος ἔζησε σχεδὸν ἐννέα δεκαετίες, ξεδιψῶντας καθημερινὰ ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, τὸν Χριστό, καὶ εἰσερχόμενος καὶ ἐξερχόμενος ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν διὰ τῆς θύρας τοῦ παραδείσου καὶ συνεπῶς «εἰς κρίσιν οὒκ ἔρχεται, ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν».

Ἡ ζωή του ταυτισμένη ἀπὸ μικρᾶς ἡλικίας μὲ τὴ βαθειὰ θλίψη, συνυφασμένη μὲ τὴν συνεχῆ θυσία, γεμάτη δάκρυα, κόπο καὶ ἀναστεναγμὸ ἦταν ἕνας καθ’ ἡμέραν θάνατος.

Ταυτόχρονα ὅμως ἡ πίστη του, ἡ ἀγάπη του, ἡ ἐλπίδα του, ἡ σχέση μὲ τὸν Ἅγιό του, τὸν Ἅγιο Νεκτάριο, ἦταν ἀείροη πηγὴ ζωῆς.

Ἡ ζωὴ του, τὸ χαμόγελό του, ἡ ψυχή του, ἡ τεράστια καρδιά του ἕνας παράδεισος, ἕνα «σημεῖον», μιὰ σταθερὴ ἀναφορά.

Οὔτε εἰς κρίσιν ἔρχεται οὔτε εἰς θάνατον, ἀλλὰ μεταβαίνει αὐτὴ τὴ στιγμὴ ἐκ τοῦ θανάτου τῆς ἐπίγειας ζωῆς εἰς τὴν ζωὴν τῆς αἰώνιας βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ὁ νεκρὸς ποὺ ἔχουμε μπροστά μας εἶναι ἄπνους, ἀλλὰ ζεῖ

• εἶναι ἀκίνητος, ἀλλὰ πορεύεται τὴν μακαρίαν ζωήν

• εἶναι ἀμίλητος, ἀλλὰ ἡ φωνή του συνεχίζει νὰ ἀκούγεται

• εἶναι ὡσεὶ ὑπνῶν, ἀλλὰ γρηγορεῖ

• ἐπέλεξε τὸν μονήρη βίον, ἀλλὰ ἀγκάλιασε ὅλον τὸν κόσμο• σύντομα θὰ τοποθετηθεῖ ὑπὸ τὴν γῆν, ἀλλὰ ἐκ κοιλίας μητρὸς του «ἐν οὐρανοῖς πολιτεύεται». Πολὺ ἀνθρώπινος στὸν τρόπο, διαχειριζόταν οὐράνιες δυνάμεις.

Ἀπὸ μικρὸ παιδάκι ἔζησε τὸν πόνο, τὴν περιφρόνηση, τὴν ἀσθένεια τῆς φύσεως. Στὴν πρόκληση ὅλων αὐτῶν ἀπάντησε μὲ μιὰ ἀδιάκριτη καὶ ἀδιάπτωτη συμπόνοια πρὸς πάντας.

Ἡ κραυγὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «τίς ἀσθενεῖ καὶ οὐκ ἐγὼ ἀσθενῶ, τίς σκανδαλίζεται καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι;» (Β΄ Κορ. ια΄ 29) καθημερινὸ βίωμά του.

Ποιός τὸν πλησίασε καὶ βρῆκε τὴν πόρτα του κλειστή; Ποιός τοῦ ζήτησε κάτι καὶ δὲν ἔφυγε μὲ γεμάτα τὰ χέρια καὶ πεπληρωμένη τὴν καρδιά; Ποιός ἀκούμπησε πάνω του καὶ δὲν βρῆκε κατανόηση;

Ποιός τὸν ἄγγιξε μὲ θλίψη καὶ δὲν ξεχείλισε ἀπὸ παρηγοριά;

Ἡ ἐλεημοσύνη του ἀπαράμιλλη. Δὲν ἔδινε σὲ λίγους, οὔτε μόνο κάποιες φορές, οὔτε λίγα. Ἔδινε σὲ ὅλους ἀνεξαιρέτως, πάντοτε καὶ ὅ,τι εἶχε.

Καὶ τὸ ἔδινε μὲ ὅλη τὴν μεγάλη του καρδιά. Δὲν κράτησε γιὰ τὸν ἑαυτό του τίποτα. Ράσα παλιά, τριμμένα, φτωχικά, πολυκαιρισμένα, παρατημένα.

Ὑγεία σπασμένη, σκόπιμα σὲ αὐτοεγκατάλειψη. Ἔφτιαξε θαυμάσιο οἴκημα καὶ ὁ ἴδιος ἔμεινε στὸ ἐνοίκιο. Τὸ δωμάτιό του σὰν ἀποθήκη, ἀκατάσταστο, γεμᾶτο ἀπὸ ὅσα τοῦ ἔφερναν καὶ τὰ ὁποῖα δεχόταν, μὲ μόνο σκοπὸ νὰ τὰ προσφέρει.

Δὲν δέχθηκε ποτὲ νὰ τοῦ τὸ τακτοποιήσουμε. Ἐπίμονα ἀρνήθηκε νὰ τοῦ τὸ βάψουμε ἢ κάπως νὰ τοῦ τὸ κάνουμε πιὸ εὐχάριστο. Τοῦ εἴπαμε

• ἄφησέ μας νὰ σὲ περιποιηθοῦμε, Γέροντα. Ἔτσι ποὺ ζεῖς ἐσένα θὰ σὲ ἐπαινοῦν γιὰ τὴν αὐταπάρνηση κι ἐμᾶς θὰ μᾶς κατηγοροῦν γιὰ τὴν περιφρόνηση σὲ σένα. Οὔτε ἔτσι ὑπεχώρησε. Ἡ φιλοπτωχία καὶ ἡ ἀμεριμνία ἦταν βαθιὰ ριζωμένες μέσα του.

Τὰ χρήματα ποὺ τοῦ ἔδιναν δὲν πρόφθαινε νὰ τὰ σκορπάει. Τὰ φύλαγε γιὰ νὰ τὰ δώσει. Ὅλα τὰ εἴδη τῶν νομισμάτων, ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμο, ἀπὸ τὸν Καναδᾶ, τὴν Αὐστραλία, τὴν Ἀμερική, τὴν Τουρκία, τὴ Σερβία, τὴ Ρουμανία, ἀπὸ ὅπου κανεὶς μπορεῖ νὰ φανταστεῖ, κυκλοφοροῦσαν στὸ δωμάτιό του.

Εἶχε χρήματα μέσα σὲ ντουλάπια, στὸν κόρφο του, κάτω ἀπὸ τὰ σεντόνια του, μέσα στὴ μαξιλαροθήκη του γιὰ νὰ τὰ προσφέρει τὴν κατάλληλη ὥρα καὶ σὲ ὅποιον τὰ χρειαζόταν.

Τὶς ἡμέρες τῶν Χριστουγέννων καὶ τοῦ Πάσχα, τὰ τρόφιμα ποὺ συγκέντρωνε καὶ συσκεύαζε ἦταν περισσότερα ἀπὸ ὅσα μάζευαν ὅλοι μαζὶ οἱ ὑπόλοιποι ναοὶ τῆς Μητροπόλεώς μας. Περίπου 7 τόνους λάδι μοίραζε τὸν χρόνο μόνο στὶς ἐνορίες καὶ ἄγνωστο πόσο σὲ συλλόγους, φτωχοὺς καὶ πεινασμένους.

Ἡ ἀποθήκη τοῦ Προσκυνήματος εἶχε τρόφιμα, ροῦχα, παιγνίδια, εἴδη οἰκιακῆς χρήσεως, παπούτσια, εἶχε τὰ πάντα, ἀκόμη καὶ νυφικά. Ἔδινε καὶ ποτὲ τὰ χέρια του δὲν ἦταν ἄδεια. Σκόρπιζε καὶ οἱ ἀποθῆκες του γέμιζαν.

Ἁπλὸς καὶ σοφός, ἀσθενικὸς στὴ φύση του καὶ δυνατὸς στὸ πνεῦμα. Εὔκολα τὸν κατατάσσεις στὰ «μωρὰ τοῦ κόσμου καὶ στὰ ἀσθενῆ καὶ ἐξουθενημένα», ποὺ ὅμως καταισχύνουν τοὺς σοφοὺς καὶ τοὺς ἰσχυρούς.

Ἕνα φαινομενικὸ τίποτα, ποὺ ὅμως «οὐκ ἦν ἄξιος αὐτοῦ ὁ κόσμος». Ἕνας ποταμὸς ἀγάπης καὶ παρηγορίας, μία πηγὴ δυνάμεως καὶ πίστης.

Ἀγάπησε ἀδιακρίτως τοὺς πάντας, γι’ αὐτὸ καὶ ἦταν ἀγαπητὸς ἀπὸ ὅλους, πραγματικὰ λατρευτός. Συνήρπαζε τὸν λαὸ καὶ ἔκλεβε τὶς καρδιὲς μὲ ἐξαιρετικὴ εὐκολία. Ἐξουδενώθηκε καὶ ἐλαττώθηκε ὑπερβολικά, γι’ αὐτὸ καὶ τιμήθηκε ὑπερβαλλόντως.

Ἕνας ἱερομόναχος Δ΄ κατηγορίας, ἔγινε Μέγας Ἡγούμενος∙ ἕνας ἄσημος ὀλιγογράμματος παππούλης τράβηξε τὴν προσοχὴ Πατριαρχῶν καὶ Ἀρχιεπισκόπων καὶ κέρδισε τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ δύσπιστου καὶ ἀπαιτητικοῦ λαοῦ.

Ἔπεισε γιὰ τὴν αὐθεντικότητά του, γιατὶ ἦταν γνήσιος στὴν πίστη του. Πετάχθηκε στὴν ἄκρη τῆς Ἀττικῆς, στὴν Καμάριζα, καὶ ἐκεῖ μέσα σὲ λίγα χρόνια ἔφτιαξε ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα προσκυνήματα στὴν Ἑλλάδα, μὲ πανορθόδοξη ἀκτινοβολία.

Ὅλη τὴ μέρα στὸν ναό, ὅλος ὁ χρόνος του στὴ διακονία, ὅλη του ἡ καρδιά στοὺς ἐλαχίστους ἀδελφοὺς τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς ποὺ δὲν γνώριζε πολλὰ γράμματα, γνώριζε ὁ ἴδιος τὰ ὀνόματα καὶ τὴν καρδιὰ χιλιάδων ἀνθρώπων καὶ ἔγινε γνωστὸς σὲ ὅλον τὸν κόσμο.

Ὁ λόγος του «ἐν χάριτι, ἅλατι ἠρτυμένος», ζωντανός, μαγευτικός, ἀληθινός συναρπαστικός. Ἔξυπνος, χαριτωμένος, εὐχάριστος στὰ δύσκολα. Δὲν εἶχε χάρη μόνον ὁ λόγος του καὶ ἡ ὅλη πολιτεία του

• ἦταν ὁ ἴδιος γεμᾶτος ἀπὸ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἀναπαύθηκε ἐπάνω του.

Ἡ ζωή του, ἡ πορεία του, ἡ ὅλη ὕπαρξή του, ὅλα ἕνα θαυμαστὸ σημεῖο. Ἡ εὐαρέσκεια, ἡ ἐμπιστοσύνη, ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἐμφανὴς στὸ ταπεινό του πρόσωπο.

Σὰν νὰ ἀντλοῦσε τὴν ἀναπνοή του ἀπὸ τὸν κόσμο τῆς ἐπέκεινα πραγματικότητος, σὰν νὰ ρουφοῦσε ἀέρα ἀπὸ τὸν παράδεισο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τὸν ἀπέπνεε στὴν καθημερινότητα τοῦ καθενὸς ποὺ τὸν πλησίαζε.

Ὄντως «θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ». Τὰ χνῶτα του, ἡ μυρωδιά του, ἡ ζωή του μᾶς προετοίμασαν γι’ αὐτὸν τὸν κόσμο ποὺ τώρα βρίσκεται καὶ ὄχι γι’ αὐτὸν ποὺ ὣς τώρα ζοῦσε

• μᾶς ὑποψίασαν γιὰ τὸν Γέροντά μας, ὅπως τώρα εἶναι, καὶ ὄχι γι’ αὐτὸν ποὺ μέχρι τώρα γνωρίζαμε.

Ἴσως κάποιος θὰ μποροῦσε νὰ παρατηρήσει λίγα ἐλαττώματα στὴ συμπεριφορά του, ποὺ ὅμως δὲν ἐνοχλοῦσαν. Ἡ χάρι του καὶ τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ ἐπάνω του ἦταν κρυμμένα κάτω ἀπὸ τὰ λάθη καὶ τὶς τυχὸν ἀδυναμίες του. Ἔτσι τὸν ἀσφάλισε ὁ Θεός, ἔτσι προστάτευσε τὸν θησαυρό Του, ἔτσι διεφύλαξε τὸν ἄνθρωπό Του, ἔτσι μᾶς βεβαίωσε γιὰ τὸ μυστήριό του.

Πολυσέβαστε καὶ μακαριστέ μας, Γέροντα Νεκτάριε, ὄντως «μακαρία ἡ ὁδὸς ᾗ πορεύῃ σήμερον», ἀλλὰ καὶ μακαρία ἡ στενὴ καὶ τεθλιμμένη ὁδός, τὴν ὁποία ἀκολούθησες στὴ ζωή σου αἴρων τοὺς σταυροὺς πλήθους πιστῶν τέκνων σου μαζὶ μὲ τὸν δικό σου.

Γιατὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ζωή, μιμούμενος στοὺς τρόπους τὸν Ἅγιό σου Νεκτάριο, τὸν μιμήθηκες καὶ στὴ δόξα.

Συγχώρεσέ με ποὺ θὰ πῶ δυὸ λόγια πιὸ προσωπικά. Μοῦ ἐμπιστεύθηκες, ἴσως τὴν τελευταία σου γενικὴ ἐξομολόγηση. Ταξείδευσες μαζί μου στὶς γωνιὲς τῆς πολυτάραχης ζωῆς σου, ἀναμειγνύοντας τὶς λεπτομέρειες τῆς μνήμης σου μὲ τὸ ἄρωμα τῆς πηγαίας δοξολογίας σου.

Φανέρωσες τοὺς μυστικοὺς παλμοὺς τῆς καρδιᾶς σου καὶ μίλησες γιὰ τοὺς βαθεῖς πόθους σου. Περιέγραψες ὁλοζώντανα τὶς λεπτὲς πινελιὲς τῆς ἀγάπης σου καὶ μὲ παιδικὴ ἀθωότητα ἐξέφρασες τὴν πολιὰ καὶ τὴ σοφία σου.

Τὸ χαμόγελό σου ἕνας ἀτέλειωτος παράδεισος.

Ἡ καρδιά σου μιὰ τεράστια ἀγκαλιά.

Ἡ πίστη σου ἕνας ἀκλόνητος βράχος.

Ἡ ζωή σου ἕνα διαρκὲς σημεῖο.

Μὲ δάκρυα στὰ μάτια ἀναμεμειγμένα μὲ δοξολογικὸ πόνο σὲ ἀποχαιρετοῦμε, ὄχι γιατὶ ἐσὺ φεύγεις ἢ πηγαίνεις κάπου ἀλλοῦ, ἀλλὰ γιατὶ θὰ μᾶς λείψει ἡ ζεστὴ εἰκόνα σου, τὸ ἀντίκρυσμα τῆς μορφῆς σου, τὸ ἄκουσμα τῆς γλυκιᾶς φωνῆς σου.

Ἐσὺ μένεις ἐκεῖ ποὺ πάντοτε ἤσουν, στὸν χῶρο τῶν ἁγίων καὶ πορεύεσαι στὴ γνωστή σου χώρα, αὐτὴν τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Σὲ ὑποδέχεται ὁ Ἅγιός σου, αὐτὸς ποὺ πάντοτε ἦταν κοντά σου

• σὲ περιμένει ὁ Κύριός σου καὶ ἡ Παναγία μητέρα Του, αὐτοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐσὺ ποτὲ δὲν ἀπομακρύνθηκες

• σοῦ ἀνοίγει τὴν ἀγκαλιά της ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ. Ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία μας σὲ ἀποχαιρετᾶ, χωρὶς ὅμως νὰ αἰσθάνεται τὸν χωρισμό σου. Ἡ ἴδια καὶ σὲ ὑποδέχεται, χωρὶς πάλι νὰ νοιώθει πὼς τῆς ἔλειπες.

Μᾶς χάρισες τὴ χαρὰ τοῦ μυστηρίου τῆς ζωῆς σου. Τώρα μᾶς προσφέρεις καὶ τὴ μυστικὴ χαρὰ τοῦ μυστηρίου τῆς κοιμήσεώς σου. Γόνυ κλίνουμε στὸ ἱερὸ σκήνωμά σου καὶ ταπεινὰ ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Κύριο τὴν ἀνάπαυσή σου καὶ ἀπὸ σένα τὶς αἰώνιες προσευχές σου.

Ἐμεῖς, ἡ ἐκκλησιαστική σου οἰκογένεια «ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως σὲ προσφέρουμε στὸν Φυτουργὸ τῆς κτίσεως».

Αἰωνία νὰ εἶναι ἡ μνήμη σου, ἀξιομακάριστε καὶ ἀοίδιμε, Γέροντά μας, προσφιλέστατε παππούλη μας, πολυσέβαστε πατέρα μας Νεκτάριε.