Μαρία Νάντη «Μια αυθεντική ψυχή γράφει ποίηση, προσδοκώντας ένα καλύτερο κόσμο αγάπης»

Η Μαρία είναι ένα κορίτσι, ένα παιδί ίσως, μια γυναίκα που έχει το χάρισμα να αποτυπώνει την σκέψη της αβίαστα, με ταπεινότητα, χωρίς να μπορεί κανείς να αμφισβητήσει την αλήθεια της, κάθε φορά που το ρήμα ‘’νιώθω’’ φέρνει συγκίνηση που μεταδίδεται … τόσο απλά !!!

Α.Ρ

Λίγα λόγια γνωριμίας

Ονομάζομαι Μαρία Νάντη . Γεννήθηκα Στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου του 1972 . Είμαι διαζευγμένη με 2 παιδιά, μια κόρη 21 και έναν γιό 16 ετών . Τελείωσα το Γενικό Λύκειο, και αυτήν την εποχή δεν εργάζομαι κάπου . Ξεκίνησα να γράφω από 8 χρονών περίπου, και από τότε έως και σήμερα συνεχίζω …
Είναι μια βαθιά ανάγκη της ψυχής μου , το νερό που ξεδιψά το είναι μου…
Όνειρο μου να δω κάποτε ένα καλύτερο κόσμο γεμάτο αγάπη !
Έχω εκδώσει την ποιητική συλλογή με τίτλο : «Στο δάσος των απολιθωμένων ονείρων» από τις εκδόσεις Όστρια

Κάποια ποιήματα της 

– Είμαι καλά Αδελφέ, 

Τα Όνειρα, δεν αντέχουν στο κρύο κι έτσι, φυτεύω εφιάλτες να μου κρατάν συντροφιά μες στις νύχτες, όμως είμαι καλά . κάποια πρωινά, ο Ήλιος, έρχεται και μου χαμογελάει και τα σύννεφα, πάντα με χαιρετάνε όπως περνάν από τον Ουρανό …

– Είμαι καλά Αδελφέ, 

Το Άγαλμα, στην μέση της πλατείας, δεν μου μιλάει ποτέ, δεν με κοιτάζει καν, δεν μου ανταποδίδει ποτέ, κανένα του νεύμα, δεν μοιράζεται καμία του σκέψη μαζί μου, όμως είμαι καλά . Το απέναντι παγκάκι, κάθεται πάντοτε μόνο του, γι’ αυτό, κάποιες φορές, πηγαίνω και κοιμάμαι αγκαλιά του, για να μοιάζει μικρότερη η μοναξιά μας …

– Είμαι καλά Αδελφέ,

Τις οδύνες που πέρασαν, τις μέτρησε η υγρασία πάνω στα κόκκαλα μου και τις λάξευσε ολάκερο τ’ αλάτι των δακρύων μου, πάνω στο πρόσωπο και στο σώμα μου, όμως είμαι καλά . Εδώ, Στην Μεγάλη Πολιτεία, τα σύρματα, είναι πάντοτε μαύρα και τα σπίτια, πάντοτε γκρίζα, όμως τα πράγματα, έχουνε εκσυγχρονιστεί, γίναμε πια μοντέρνοι, πολιτισμένοι, πλασάρουμε κάλπικες Καλημέρες, χαρίζουμε χρεοκοπημένη ανθρωπιά, πετάμε χάμω αποτσίγαρα κι άντε και καμιά δεκάρα για κάνα φτωχό κι ύστερα, προσπερνάμε με ένα παγωμένο χαμόγελο και μια ανάμνηση ζεστής αδιαφορίας …

– Είμαι καλά Αδελφέ, 

Τα Χρόνια μου, γέρνουνε πια κουρασμένα, αλλά στην καρδιά μου, υπάρχει πάντα χαραγμένη η λέξη : – ΚΟΥΡΑΓΙΟ –
Μονάχα να, τα πόδια μου δεν με βαστάνε και τα χέρια μου τρέμουν, τα ρούχα μου πολυκαιρισμένα και βρώμικα πια, δεν με χωράνε κι έτσι, μ’ εγκατέλειψε και η τελευταία μου ελπίδα, όμως είμαι καλά . Μόλις πέθανε ένα λευκό Περιστέρι και δανείστηκα λίγο απ’ το αίμα του κι ένα κομμάτι Ψυχή για να σου γράψω ένα γράμμα …

– Είμαι καλά Αδελφέ, 

Αν περάσεις και με δεις να κοιμάμαι, μην με ξυπνήσεις … θα είναι η πρώτη φορά που κατόρθωσα να κλείσω για λίγο τα μάτια μου, θα έχω φύγει για πάντα, όμως είμαι καλά .

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

Λιγόστεψαν Οι Άνθρωποι Μάνα !

Το στόμα μου δίψασε
για ένα φιλί που δεν θα το προδώσει ο χρόνος …
Η ψυχή μου κουράστηκε πια …
Γέρνω στον άνεμο της ουτοπίας
προσμένοντας την Ελπίδα …
Πως να φυτρώσει λουλούδι μέσα σε στάχτες
και όνειρα πεθαμένα Μάνα ;
Μίσεψε η αγκαλιά αποζητώντας
μια καρδιά πεινασμένη για Αγάπη
και μια Γη ανθισμένη, Το φως της αλήθειας …

Πες μου Μάνα !

Που πήγαν όλα εκείνα τα παραμύθια
που μου’ λεγες σαν ήμουν παιδί ;
Που χάθηκε εκείνο το Βασιλόπουλο
που θα έφερνε την Χιονάτη πίσω απ’ τον Θάνατο ;
Που να πήγε εκείνος ο καλός Πρίγκιπας που
θα παίρνε την Σταχτοπούτα απ΄το χέρι ;
Που να βρίσκεται τώρα ένας Ιππότης
να πολεμήσει σαν Ήρωας και να μείνει Αθάνατος σαν Θεός,
κατακτώντας Πατρίδες με Σημαία την Ειρήνη ;

Είμαι μικρή ακόμη Μάνα !

Είμαι μικρή και δεν έμαθα,
δεν κατάλαβα ακόμη σε τι κόλαση προσπαθώ
να κερδίσω μια στιγμή που δεν θα ‘ναι βαμμένη
με αίμα και δάκρυ …
Λιγόστεψαν οι ανάσες μου Μάνα !
Έφυγες και δεν με πήρες μαζί σου
και τώρα μόνη θρηνώ,
μόνη μου κατοικώ μες σε τούτη την Έρημο
κοιτώντας τους άδειους ορίζοντες …

Γύρισα από Πόλεμο Μάνα !

Πίστεψα σε μια φευγαλέα Φωνή
που μου ζήτησε μια σταγόνα ζωής
κι έσκυψα όλο το είναι μου
μήπως ξαποστάσω Τον Πόνο…

Τίποτα Μάνα …

Πουθενά δεν χωράω και τίποτα
δεν υπάρχει εδώ …
Ούτε ένα πολυκαιρισμένο λιθάρι
να χτίσω μια λέξη, να ορθώσω μια εικόνα,
να αφήσω μια ανάμνηση που
δεν θα ντραπεί για όσα χάραξε με ιδρώτα …
Μην μ’ αφήσεις μέσα στην πλάνη να σέρνομαι
σαν πληγωμένο χελδόνι Μάνα …
Πονάω κι έρχονται δίσεκτες εποχές Μάνα !
Και ούτε ένα χέρι να μου δώσει λιγάκι νερό …
ίσα να πάρω κουράγιο Μάνα !

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Είμαι ακόμη εδώ !
Ξένη, ανάμεσα σε ξένους .
Μην με ρωτάς πως με λένε
και ποια είναι η πατρίδα μου .
Δεν έχω όνομα και πατρίδα .
Μια Άγνωστη είμαι.
Ξενιτεμένο όνειρο και φωνή,
έξω από του χωροχρόνου τα δίχτυα …
Ο κόσμος τόσο μεγάλος
κι εγώ, τόσο μικρή,
ακόμη, τόσο, μα τόσο μικρή
και φοβάμαι …
Φύλλα στον άνεμο τα όνειρα
και της ψυχής μου η θάλασσα
ακόμη ανταριασμένη …
Φοβάμαι πως θα ναυαγήσω
σε κάποιον βράχο που θα μοιάζει
να ‘ναι μ’ ελπίδα …
Πρόσφορο έδαφος για ζωή,
έτσι μου είπε το χώμα,
καλλιεργήστε με και θα δείτε
πως γεννιέται Η Ύπαρξη!
Ήρθα και στέκω απέναντί σας κατάγυμνη !
Έξω από Αντανακλάσεις και αντικατοπτρισμούς,
έξω από προσδιορισμούς …
Κι όμως ! Είμαι ακόμη εδώ !
Ίσως να είμαι ένα νόημα μονάχα,
Ή, μια ψευδαίσθηση ακόμη …
Δεν έχω ταυτότητα, οδό
κι αριθμό .
Κατάγομαι εκτός του κόσμου αυτού …