Η Μαλβίνα Κάραλη μία από τις πιο εμβληματικές γυναικείες μορφές της χώρας θα ήταν σήμερα 66 ετών.

Αγάπησε και αγαπήθηκε δυνατά και πρωτόγνωρα. Ο έρωτας, οι άνδρες και οι συνταγές ήταν τα αγαπημένα της θέματα. Η φιγούρα της αναλλοίωτη. μαύρο μαλλί, καταγάλανα μάτια, τονισμένα φρύδια και κόκκινο κραγιόν.
Η Μαλβίνα λατρεύτηκε. Ήταν εκείνη που μιλούσε ανοιχτά για όλα. Για αυτό μας άρεσε, μας αρέσει και θα μας αρέσει, όσα χρόνια κι αν περάσουν.
Σήμερα στην πλέον προκλητική ζωή που βιώνουμε …μέσα από ποιο φάσμα Δημοσιογραφίας θα μετέδιδε την αυθεντική , χύμα και μοναδική οπτική της άποψη ?

Η Μαλβίνα Κάραλη (πραγματικό όνομα Μαρία-Ελένη Σακκά ( 3 Φεβρουαρίου 1952 – 7 Ιουνίου 2002) ήταν Ελληνίδα συγγραφέας, σεναριογράφος, δημοσιογράφος και παρουσιάστρια στην τηλεόραση. Γεννήθηκε στην Χαλκίδα και καταγόταν από τα Ψαρά και τη Θράκη.

Απόφοιτη του Αρσάκειου. Σπούδασε κυβερνητική στο Παρίσι. Εργάστηκε επί χρόνια σαν δημοσιογράφος σε εφημερίδες όπως η Απογευματινή και η Ελευθεροτυπία και σαν αρθρογράφος στα περιοδικά Φαντάζιο, Επίκαιρα, Γυναίκα, Κλίκ, 01, με στήλες που άφησαν εποχή όπως το Επ΄Αυτοφόρω (Γυναίκα) και «Σαββατογεννημένη” (στο περιοδικό Symbol της εφημερίδας Επενδυτής, άρθρα που κυκλοφόρησαν μετά το θάνατό της στην ομώνυμη συλλογή).

Η τηλεοπτική της καριέρα ξεκίνησε στην ΕΡΤ και συνέχισε στους τηλεοπτικούς σταθμούς Seven X, ANT1, ΣΚΑΙ, Mega Channel, Star Channel

Οι πιο δημοφιλείς εκπομπές της ήταν το Mea Culpa (Seven X), Malvina Live (ΣΚΑΙ), Μalvina Hostess (Mega), Malvina Rixten (STAR). Ο χαρακτήρας αυτών των τηλεοπτικών σόου, που συνήθως προβάλλονταν πριν ή μετά το κεντρικό δελτίο ειδήσεων, ήταν επιθεωρησιακός.
Η κριτική και η διακωμώδηση της πολιτικής και των προσώπων της, τελικά την μετέτρεψαν σε χρυσό αουτσάιντερ των τηλεοπτικών καναλιών: όλοι αγαπούσαν τις τηλεθεάσεις της, αλλά κανείς δεν είχε την (πολιτική) πολυτέλεια να την φιλοξενήσει στις συχνότητές του.

Παράλληλα, ως σεναριογράφος τιμήθηκε με δύο κρατικά βραβεία σεναρίου για τις ταινίες «Ξένια» (1989) του Πατρις Βιβάνκος και «Κρυστάλλινες Νύχτες» (1992) της Τώνιας Μαρκετάκη. Συνυπέγραψε επίσης τα σενάρια στις ταινίες «Αρχάγγελος του Πάθους» (1987) του Νίκου Βεργίτση και «Ζωή Χαρισάμενη» (1993) του Πατρις Βιβάνκος.
Έγραψε τα βιβλία «Αθώος σαν αγαπημένος» (εκδ. Καστανιώτη), «Τα κορίτσια της Σαβάνα» (εκδ. Νεφέλη), «Πιο πολύ, πιο πολλοί» (εκδ. Αστάρτη), τη συλλογή δημοσιευμάτων «Ο έρωτας και άλλες πολεμικές τέχνες» από την περίοδο 1989-1996 (εκδ. Κάκτος) και σειρά πέντε βιβλίων μαγειρικής υπό τον γενικό τίτλο «Η κουζίνα της Μαλβίνας-Μαλβινέζικα» (εκδ. Αστάρτη). Επίσης, έγραψε την μυθιστορηματική βιογραφία της Αλίκης Βουγιουκλάκη («Γλυκό κορίτσι»).

Έκανε τρεις γάμους και απέκτησε τρία παιδιά.
Όλοι ξαφνιάστηκαν με την είδηση του θανάτου της το 2002, όταν η Μαλβίνα στα 48 της μόνο χρόνια έχασε τη μάχη με τον καρκίνο, στερώντας από την ελληνική δημοσιογραφία την τόσο απαραίτητη και πάντα επίκαιρη δυναμική της παρουσία.

Εγώ τον έρωτα τον αντιλαμβάνομαι σαν την πιο φοβερή χειραψία προς τη ζωή.

Ή είμαι ερωτευμένη και δυστυχώ με τρόπο αστείο, ή είμαι λογική και πλήττω θανάσιμα.

Οι άνθρωποι όταν είναι να ξεπεραστούν, ξεπερνιούνται όπως οι μόδες.

Ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος γράφει για την Μαλβίνα …

Αυτά είναι τα καλύτερα κείμενα που έγραψε ποτέ η Μαλβίνα. Με διαφορά. Έχουν κάτι ρωμαλέο και αστραφτερό, αν και μιλούν για θέματα της καρδιάς συνήθως – τρεμάμενα εκ φύσεως. Ο χρόνος τα αύξησε. Όπως αύξησε τη λύπη μας. Οι πυκνοί στοχασμοί εναλλάσσονται με βιώματα και καθημερινές εικόνες που τη φέρνουν πάλι κοντά μας, ολοζώντανη – μια υπέροχη τολμηρή γυναίκα. Ειδικά τα κείμενα της Νέας Υόρκης, τους μήνες της αρρώστιας, έχουν κάτι σπάνιο. Είναι μια λοξή συνομιλία με το θάνατο, γεμάτη δέος, οργή και κούραση. Βάζουν τη σκόρπια ζωή σε τάξη, με πένθος μετρημένο και σοβαρότητα.Η ψυχραιμία της απόστασης μας κάνει να ξαναδούμε και τη συγγραφέα: την τέλεια, μεταλλική γλώσσα. Τον κοφτό χτύπο του ρυθμού. Αιφνίδιους συνειρμούς – ευφυΐα που υπερεκχυλίζει. Καλό γούστο με ωμά μέσα. Και τα νοήματα: πάντα διαφωτιστικά, πάντα απο τη μεριά μιας στυγνής αξιοπρέπειας.Ασχέτως των αισθημάτων μου (που είναι πολλά και συγκινημένα) πιστεύω ότι αυτή η επιλογή κειμένων ζωγραφίζει δίκαια το ιδιαίτατο, χαρισματικό πλάσμα που ήταν η Μαλβίνα Κάραλη. Είναι λαμπρά δοκίμια για τις περιπέτειες της καρδιάς και της συνείδησης. Και ταυτοχρόνως το κρυπτικό ημερολόγιο ενός γλυκού και μαύρου κοριτσιού, που έφυγε νωρίς.

Η εκδρομή

Τι ήταν το Λιμένι. Τι θάλασσα είχε το Λιμένι. Δεν ξέρω. Δεν πρόσεξα τίποτα. Η ουσία είναι πως, τρία χρόνια μετά, κοιτούσα από το παράθυρο τους ουρανοξύστες του Μανχάταν και είχα στο νου μου το Λιμένι. Διαδρομή προς το Λιμένι – δεν θυμάμαι παρά ελάχιστα πράγματα. Όπως ένα φως άσπρο. Τα μάτια μου άνοιγαν λίγο λίγο. Μέσα μου επαναλάμβανα «η μικρή Ε-λέ-νη απ’ το Κω-στα-λέ-ξι πή-ρε α-μπά-ρι-ζα και βγαί-νει». Είχα να ταξιδέψω καιρό. Ταξίδι σημαίνει ο κάθε δρόμος να σε πηγαίνει στην άκρη του εαυτού σου. Πώς το λέει ο Πεσόα; «Γύρισα όλο τον κόσμο και δεν αντίκρισα παρά τη θαμπή απομίμηση αυτών που είδα χωρίς να ταξιδέψω». Καθόμουν ήσυχη, με πληγωμένα βλέφαρα, το ηλιοβασίλεμα συνέπεσε με τη διαδρομή, πρέπει να ήταν εξαίσιο ηλιοβασίλεμα, για μένα ένα ηλιοβασίλεμα είναι ένα ηλιοβασίλεμα, δεν υπάρχει λόγος να το διαπιστώσεις στη Σαντορίνη ή στην Κωνσταντινούπολη. Δεν πρόσεξα σχεδόν τίποτα στη διαδρομή, μόνο κάτι νεκροθάφτες σε μια στροφή του δρόμου. Έτρωγαν τυρόπιτες ακουμπισμένοι πάνω στη νεκροφόρα, μέσα το φέρετρο, ένα ξύλο ανοιχτόχρωμο, θλιβερό, με έπιασε μεγάλη στεναχώρια.Όχι για τον νεκρό, μα για το φέρετρό του. Στροφές πολλές, λίγες κουβέντες στη διαδρομή, «μου αρέσουν οι ελαιώνες», εμένα πάλι όχι (αλλά αφού σου αρέσουν, μια άλλη ματιά και φοβάμαι πως θα μου αρέσουν και μένα). Τι παράσταση είχαμε δει στην Επίδαυρο ούτε που πρόσεξα, ήμουν έξω ξανά και είχα ταραχή (η μικρή Ελένη απ’ το Κωσταλέξι), το Λιμένι, αν υπήρχε Λιμένι δηλαδή, αργούσε να φανεί, υπό κανονικές συνθήκες πρέπει να βρίσκεται κάπου στη Μάνη. Δεν θυμάμαι. Σχεδόν τίποτα, μόνο αλλεπάλληλες στροφές. «Μα δεν είναι υπέροχα δέντρα οι ελιές;». (Ναι, είναι υπέροχα, πώς δεν το είχα προσέξει;) Ποιος είναι αυτός που μιλάει για ελιές; Ευγενικό προφίλ. Δεν ήξερα. (Σιγά μην τυχόν και δεν ήξερα.) Συγγενής από πάντα. Σημασία έχει πως τα έκανε όλα να μοιάζουν ωραία. Αν μπορούσα να τα ονομάσω έτσι ωραία που τα έκανε, θα διάλεγα το φτωχό λεξιλόγιο εκείνου που μιλάει όπως νιώθει, όχι όπως πρέπει να νιώθει. Αλλά δεν μπορούσα. Επί χρόνια ήμουν αναγκασμένη να μιλάω όπως πρέπει. Ακόμα και το να μιλάω όπως δεν πρέπει ήταν φτιαγμένο με τη λογική τού όπως πρέπει να μην πρέπει… Πού στο διάολο είναι το γαμημένο Λιμένι. Στροφές και ελιές και νεκροθάφτες, κάπου να φτάσουμε, κουράστηκα. Έτσι εύκολα, νομίζεις, ξαναβγαίνεις στον κόσμο; Γαλάζιος ουρανός, σταχτιές ελιές, εγώ πάλι αγαπώ τα αλγερίνικα τοπία, η σύζευξη του γαλάζιου με το πράσινο μου φαίνεται φρικτή, θέλω γκρι της πέτρας, άσπρο του ασβέστη, άντε μια φραγκοσυκιά στη μάντρα – και εκεί μόνο μού χωράει το γαλάζιο της θάλασσας. «Θα δούμε και τους πύργους εκεί που θα πάμε;» «Θα τους δούμε και τους πύργους».Τρία χρόνια πέρασαν, τους πύργους τους είδα, δεν τους θυμάμαι. Μόνο λίγο φως που έμπαινε από τις πολεμίστρες. Ένας άλλος τόπος, δεν τον είδα, μπορεί να λεγόταν Πόλη, μπορεί Αρεόπολη. Ίσως και τα δύο μαζί ή και τίποτα από τα δύο. Δεν θυμάμαι. Μόνο κάτι κουλουράκια αγορασμένα από το φούρνο. Έσταζαν λάδι. Και μετά κάτι ξενώνες, και εκεί ήταν το Λιμένι. Στη ρεσεψιόν μας έδωσαν ένα κλειδί κρεμασμένο από μια πλάκα τεράστια. Θεέ μου, φύλαγε, τι πλάκα ήταν αυτή! Μπρούντζινη, μεγάλη σαν πεντοχίλιαρο, ίσαμε μισό κιλό θα ζύγιζε και πάνω το νούμερο του ξενώνα. Η βαλίτσα μου χύμα στο ισόγειο, η δική σου στο μετζοπάτωμα. Μπρίκι για καφέ πάνω στο ψυγειάκι, έναν τούρκικο τώρα τον έπινα, από το παράθυρο μια θάλασσα, κάτι μπλε τέλος πάντων, τι τοπίο ακριβώς δεν θυμάμαι. Κάθισα στο παράθυρο, μπροστά το συγκεχυμένο τοπίο. Ποια ήμουν δεν ήξερα, τι ήθελα εγώ τόσο μακριά από την καταπακτή μου δεν ήξερα, ένα μόνο ήξερα. Πως όλα τα ταξίδευα, γιατί όλα ήσουν. Πίστεψέ με. Όλα. Τοπία, σπίτια, όλα. Και κανένα ταξίδι δεν θα ταξίδευα αν δεν μου έδινες το χέρι να βγω από την καταπακτή. Μια μεγάλη ταράτσα – «τι καφέ θες;», δεν θέλω καφέ, «έναν εσπρεσσάκο», θέλω δάκρυα τώρα, ευτυχώς φεύγεις για λίγο, κοιτάζω τη θάλασσα, τα βλέπω όλα. Όλα τα μεγάλα ποτάμια. Εκεί. Όλες οι μεγαλουπόλεις του κόσμου. Όλα τα βουνά και ακόμα περισσότερα από όσα υπάρχουν στη γη. Εκεί. Κατηφόρα από το Λιμένι προς την παραλία, δεν ξέρω τι είναι το Λιμένι. Μπορεί να μην είναι καν τόπος. Μπορεί να είναι μόνο όνομα ξενοδοχείου. Λιμένι Οτέλ, με μια πλακέτα μπρούντζινη ίσαμε μισό κιλό το κλειδί.(Το τελευταίο ταξίδι της πριν θαφτεί ζωντανή ήταν στην Ανδαλουσία. Ήθελε να πάει να βρει το διαφορετικό φως. Έφτασε και δεν τυφλώθηκε. Διέσχισε όλη την Ισπανία, δεν διέσχισε παρά τη μονοτονία του εαυτού της.)Φιλικοί άνθρωποι στην παραλία, που μπορεί και να λεγόταν Λιμένι, ήμουν απίστευτα ευτυχισμένη, με έναν τρόπο πάντα γνώριμο, πάντα ασαφή, τόσο που ήθελα δάκρυα, τρώω το ψάρι μου, μου λες να μη σου καθαρίζω το δικό σου, δεν σου αρέσουν οι φροντίδες, εντάξει. Και δεν ρωτώ, δεν ψάχνω παραπέρα. Τρία χρόνια μετά. Νέα Υόρκη. «Τελικά έρχομαι για μια εβδομάδα. Τι θες να σου φέρω από το σπίτι;» Η Μαριανίνα. «Τι έχεις πεθυμήσει, μανούλα μου; Ρούχα, παπούτσια; Τα ξώφτερνα του Ντολτσίνι, ίσως; Κανένα CD, κανένα βιβλίο;» Τίποτε από όλα αυτά. Το κλειδί που έκλεψα, κράτησα πες, από το Λιμένι. Αριστερό συρτάρι σκρίνιου, κάτω από τα γράμματα. Μισό κιλό μπρούντζος, θα το βρεις εύκολα. Μισό κιλό μπρούντζος και ταξίδεψε Αθήνα-Νέα Υόρκη. Η Μ. ήρθε, έφυγε, το κλειδί μου ήταν εκεί. Κρυμμένο στο κομοδίνο την ημέρα. Τις νύχτες, όμως, το έβγαζα και το κρατούσα κάτω από το μαξιλάρι μου. Μέχρι που μια μέρα ξεχάστηκα και το είδες. «Τι είναι αυτό;» ρώτησες. Τι να πω. Ένα κλειδί που ταξιδεύει είναι από κάθε άποψη κουτό πράγμα. Η εξήγηση θα ήταν ακόμα κουτότερη. «Δεν ξέρω τι είναι», είπα αδιάφορα. «Βρέθηκε μέσα στη μικρή βαλίτσα. Δεν μου θυμίζει τίποτα. Ποιος ξέρει». Έκανα πως έβλεπα τηλεόραση μετά. «Δεν θυμάσαι;» μου λες. «Ήταν το ξενοδοχείο στη Μάνη». «Α, ναι; Και πώς παράπεσε ολόκληρο κλειδί στη βαλίτσα μου;» Δεν ήξερα, πού να ξέρεις εσύ άμα δεν ήξερα εγώ; Κάθισες μετά λίγο και τα είπαμε. Ένα ταξίδι είναι κάτι εφήμερο, σκεφτόμουν. Το ταξίδι του κλειδιού μου είναι σταθερό και αιώνιο. Κόντευε να ξημερώσει, σηκώθηκες να πας για ύπνο, και τότε –χωρίς να με ρωτήσεις– με το καληνύχτα, άπλωσες το χέρι και πήρες το κλειδί. Δεν το ξαναείδα. Κουκουλώθηκα με το πάπλωμα, γαμημένο Λιμένι, καληνύχτα θησαυρέ μου, είμαι ψεύτρα για να μην είμαι κουτή, κάνω ευχή για σένα απόψε: Η ζωή σου. Η ζωή σου η τωρινή και η ζωή σου η μελλοντική. Όπου και να είναι ακουμπισμένη, να είναι πάντα απαλλαγμένη από όλα όσα, για τα όνειρα και για ταξίδια, είναι άχρηστα. Ποτέ δεν ξανάγινε λόγος για το κλειδί, δεν ξαναείδα το κλειδί μου, το κλειδί μου είναι στα χέρια σου, το ταξίδι του κλειδιού μου είναι σταθερό και αιώνιο.

Των εν ασκήσει λαμψάντων

Υπάρχει λοιπόν, ομορφιά μου, κάτι πολύ πιο επιδέξιο και ειλικρινές από το να είσαι ο εαυτός σου: το να είσαι ο ρόλος σου. Τελικά, μάλλον ψέματα λέω όταν κλαίγομαι πως τάχα θέλω να μάθω ποια είμαι στην πραγματικότητα. Στα τσακίδια το εδιζησάμην εμεωυτόν. Αφού το βλέπω τόσα χρόνια στην πράξη: Χωρίς τον εαυτό μου, υπάρχω. Χωρίς το ρόλο μου, δεν είμαι τίποτα. Μόνο αυτός με εξάπτει, με πληροί, με αποκαθιστά. Παίζω λοιπόν, χαρά μου – παίζω και πλέκω εγκώμια μιας ζωής που δεν καταλαβαίνει τίποτα έξω από την Τέχνη της. Γιατί δεν μπορώ να εννοήσω και να εννοηθώ παρά σαν αυτουργός της κατασκευής μου. Γιατί ο κόσμος δεν ορίζεται εν τέλει παρά μόνο από τον τρόπο που ο ρόλος μου επινοεί τον εαυτό μου. Στον έρωτα, για παράδειγμα. Όποτε μπαίνω στον ολέθριο χώρο χωρίς το δραματουργικό μου οπλοστάσιο, καταλήγω ένας Δον Κιχώτης σε λαϊκή έκδοση τσέπης. Ο ήρωάς μου, αν θυμάσαι, δεν μπορεί να εστιάσει στο θέμα του, δεν δύναται να εκφραστεί, του αρκεί η απλή αναφορά του ανόητου ονόματός της –Δουλτσινέα– για να γίνει γελοίος. Πόσο την αγαπάει, δεν ξέρει να το πει. Για να δηλώσει την αγάπη του, κάνει μια τούμπα στον αέρα, η πουκαμίσα του σηκώνεται, ο κώλος του μένει έκθετος μπροστά στα μάτια του υπηρέτη του. Ο Δον Κιχώτης εκείνη τη στιγμή είναι ο εαυτός του, αν με εννοείς. Μεγαλειώδες, θα πεις. Θα έκλαιγες μπροστά σε μια τέτοια σκηνή, ναι, είμαι σίγουρη, θα έκλαιγες. Μεγαλειώδες, αλλά και πάλι. Άχαρο. Διόλου δεν το θέλω. Γιατί λοιπόν να είμαι ο εαυτός μου, αφού μάλιστα αγαπώ τόσο τη μίμηση; Αφού συντάσσομαι με αυτό που λέει ο Τόμας Μαν: «Ο άνθρωπος δεν είναι δυνατόν παρά να μιμείται πάντοτε κάτι που ήδη συνέβη». Εκ γενετής σμίλευσα ένα και μόνο ρόλο, συρραφή από αγαπημένους θεατρικούς εαυτούς μου. Ξεκίνησα σαν Νίνα–έλεγα μονόλογο πηδώντας σκοινάκι– «Όταν τον δείτε, μην του πείτε τίποτα. Τον αγαπώ περισσότερο από πριν». Μετά πρόσθεσα λίγη ιψενική Νόρα. Άνοιξα υπάκουα το στόμα μου, «για να δω μήπως το κοριτσάκι μου έφαγε σοκολατάκι και θα καταστρέψει τα δόντια του; Είπαμε. Όχι σοκολάτα». Άλλες θεατρικές σεζόν ήμουν μια τέλεια θλιμμένη Μελισσάνθη – τι να τον κάνω τον ασαφή σου μακρόκοσμο, θα μείνω στον τιποτένιο κήπο μου, μωρό μου. Και πόσο τέλεια Άλκηστις υπήρξα… Μόνο εγώ από όλες τις τραγικές ηρωίδες θα γινόμουν εκουσίως Χείρωνας, θα κατέβαινα στον Κάτω Κόσμο για να ζήσει ο Αδαής. (Για να μη μάθει ποτέ πώς έζησε.) Μετά βαρέθηκα και έγινα η Λαβίνια. Όχι η μουγγή από τον Τίτο Ανδρόνικο – τότε ακόμα, μουγγή με τίποτα. Η άλλη, του Τόμας Έλιοτ. Αυτή, του Κοκτέιλ πάρτυ. Που φεύγει και κανείς δεν ξέρει πού πάει, αλλά πάντα επιστρέφει. Ό,τι ρόλο όμως και αν έπαιζα, ένα μυστήριο πράμα, προς το φινάλε το γύριζα πάντα σε νύφη. Εκεί επινοούσα τον πραγματικό εαυτό μου. Νύφη που κακοπάθησε –σε όλες τις παραλογές του δημώδους– νύφη από την Κούλουρη (α λα très Gaultier), μα πάνω από όλα νύφη από το Ματωμένο γάμο… «Και με όλα τα παιδιά του γιου σου κρεμασμένα πάνω από τα μαλλιά μου, εγώ πάλι θα έφευγα με τον άλλον, αν μου το ζητούσε». Και πάει να εγκατασταθεί στο βασίλειο της δοκιμασίας.Γι’ αυτό παντρεύτηκα με μαύρο νυφικό. Γιατί είχα παράσταση και ήθελα να είμαι μια μικρή Νουρία Εσπέρτ – και έτσι τη σκηνοθέτησα ανδαλουσιάνικα και της φόρεσα μαύρα της νύφης μου. Να αλλάξω λες διανομή; Μπα. Το αποκλείω. Δεν ξέρω να παίζω Μις Τζούλιες. Είμαι σαν τους ηθοποιούς του θεάτρου Νο, που ασκούνται σε ένα και μοναδικό ρόλο – μια ζωή. Γεννήθηκα νύφη, λέω σαν νύφη να συνεχίσω να κάνω καριέρα. Και είμαι τόσο γεννημένη νύφη που ποτέ δεν κατάλαβα πως χώρισα. Απλώς ξαναπαντρευόμουν. Έτσι το θέτω εγώ. Αυτή είναι η περίπτωσή μου. Όλη μου η ψυχανάλυση σε τρεις λέξεις. Οτιδήποτε άλλο (φλερτ, ραντεβού, διαθεσιμότητες, συμβιώσεις, δεσμοί, τηλεφωνήματα και ένας που δεν είναι άντρας μου), όλα αυτά τα επίπονα με κάνουν καρδιακή. Με βγάζουν από το οικοσύστημά μου. Δεχτείτε με λοιπόν, ω περιπέτειες της αρετής μου εσείς, έκθαμβοι αναγνώστες, με την αβλαβή (;) τρέλα μου. Έτσι θα πάω να κάνω οντισιόν στο Βασιλικό Θέατρο της Σουηδίας. Σαν τον Άντονι Πέρκινς – τελευταία σκηνή του Ψυχώ. Που καθόταν τυλιγμένος στην κουβέρτα του και δεν πείραζε τη μύγα – και αν με δει ο δεσμοφύλακας, θα καταλάβει πόσο άκακος είμαι. Πως ούτε μια μύγα πειράζω, θα κάθομαι στη σκηνή σιωπηλή –ένας κάθετος, εξπρεσιονίστικος φωτισμός θα πέφτει–, δεν χρειάζεται να κάνω τίποτα, όλοι ξέρουν ότι συνέχεια παντρεύομαι, θα καταλάβουν. Πως αυτός ο ρόλος γράφτηκε πάνω μου. Πως καμιά δεν θα τον παίξει καλύτερα…