Ιωάννης Πολέμης

Έλληνας ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και μεταφραστής. Ο Ιωάννης Πολέμης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1862 . Η καταγωγή του δικαστή πατέρα του ήταν από την Άνδρο, ενώ η μητέρα του ήταν Αθηναία. Και δύο οικογένειες πάντως είχαν ρίζες βυζαντινές. Ξεκίνησε να γράφει ποίηση στα 13 χρόνια του. Ο Πολέμης ανέπτυξε από νωρίς φιλικούς δεσμούς με τον Γεώργιο Σουρή, τον Κρητικό ποιητή Εμμανουήλ Στρατουδάκη και τον Δημήτριο Καμπούρογλου.

Ανήκε στην ίδια ποιητική γενιά με τον Κωστή Παλαμά και τον Γεώργιο Δροσίνη, τη «γενιά του 1880». Από τους υπερμάχους της δημοτικισμού, έγραψε κυρίως λυρικά και δραματικά ποιήματα, που διακρίνονται για τη γλυκύτητα του ύφους και της έκφρασης.
Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών χωρίς να πάρει πτυχίο. Το 1880, με υποτροφία του Δήμου Αθηναίων, παρακολούθησε επί διετία μαθήματα αισθητικής και ιστορίας της τέχνης στο Παρίσι.
Από νεαρής ηλικίας άρχισε να τροφοδοτεί με στίχους του ημερολόγια, λευκώματα και περιοδικά της εποχής του. Το 1880 δημοσιεύεται στο περιοδικό «Aι Μούσαι» το πεζογράφημά του «Ρέα Κυβέλη», γραμμένο στην καθαρεύουσα, αλλά την ίδια εποχή γνωρίζεται με τους πρωτοπόρους τού δημοτικισμού και δίνει συνεργασίες του – ποιήματα και πεζά – στο περιοδικό «Ραμπαγάς». Κείμενά του δημοσιεύονται, επίσης, στα περιοδικά «Ασμοδαίος», «Άστυ», «Εστία», «Ποικίλη Στοά» κ.α. Μαζί με τον Κωστή Παλαμά, τον Γεώργιο Δροσίνη και τον Νίκο Καμπά, συγκροτεί την τετράδα των δημοτικιστών ποιητών, που στάθηκε αντιμέτωπη προς τους τότε μεσουρανούντες καθαρευουσιάνους ρομαντικούς ποιητές και άλλαξε τον ρου της ελληνικής ποίησης.

Η πρώτη του ποιητική συλλογή «Ποιήματα» κυκλοφόρησε το 1883, ένα χρόνο μετά την επάνοδό του από το Παρίσι, και ακολούθησαν οι συλλογές: «Χειμώνανθοι» (1888), «Ερείπια» (1890), «Αλάβαστρα» (1900), «Το παλιό βιολί» (1909), που σημείωσε εκδοτική και καλλιτεχνική επιτυχία, «Σπασμένα μάρμαρα» (1917), «Ειρηνικά» (1918), «Κειμήλια» (1920), «Εξωτικά» (1921) και «Εσπερινός« (1922). Έγραψε, επίσης, διδακτικού περιεχομένου παιδικά ποιήματα με τον τίτλο «Πρώτα βήματα», πολλά από τα οποία είναι γνωστά μέσα από τα σχολικά αναγνωστικά, καθώς και το επικολυρικό ποίημα «Καστελλάνος» (1909). Το 1910 εξέδωσε μία από τις πρώτες ανθολογίες ποίησης, με τίτλο «Λύρα, Ανθολογία της Νεώτερης Ελληνικής Ποιήσεως».
Μεγάλο σε όγκο είναι και το θεατρικό του έργο, με τα μονόπρακτα «Πρόκρις», «Τραγουδιστής», «Το όνειρο», «Το εικόνισμα», «Στη χώρα των παραμυθιών», «Στην άκρη του κρημνού, «Μια φορά κι ένα καιρό», «Το στοίχημα», «Το μεγεμένο ποτήρι», τα τρίπρακτα «Βασιλιάς ανήλιαγος», «Καλλιγούλας», «Tu Vincas» και «Πτωχοπρόδρομος» και την κωμωδία «Γυναίκα». Ασχολήθηκε, επίσης, με μεταφράσεις έμμετρων και πεζών έργων αρχαίων Ελλήνων (Σαπφώ, Ανακρέων, Ευριπίδης, Αριστοφάνης, Θεόκριτος) και Γάλλων συγγραφέων (Μολιέρος, Μιστράλ, Καρ).
Για την ποίησή του κέρδισε το 1888 από κοινού με τον Κωστή Παλαμά το Α’ βραβείο στον «Φιλαδέλφειο Διαγωνισμό» και το 1918 του απονεμήθηκε το «Αριστείο Γραμμάτων», ενώ για το θεατρικό του έργο τιμήθηκε με βραβεία του «Αβερώφειου Διαγωνισμού».
Παράλληλα με τη λογοτεχνική του ενασχόληση, εργάστηκε, για τα προς το ζην, ως υπάλληλος του Υπουργείου Παιδείας, υπογραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών και γραμματέας της Σχολής Καλών Τεχνών. Το 1909 ίδρυσε την Εταιρεία Θεατρικών Συγγραφέων και υπήρξε ο πρώτος πρόεδρός της.
Ο Ιωάννης Πολέμης πέθανε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 1924, ύστερα από σύντομη ασθένεια, σε ηλικία 62 ετών.

H κυρία Έρη Σταυροπούλου, καθηγήτρια στον Τομέα Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών μεταξύ άλλων γράφει :

«Διαβάζοντας τα ποιήματα του Πολέμη, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί στην εποχή τους (μια εποχή, τελικά, όπου η ποίηση ήταν κτήμα περισσοτέρων ανθρώπων) έτυχαν τόσο ευρείας αποδοχής. Στο ποίημα «O χρυσός και το μάρμαρο», από τη συλλογή «Αλάβαστρα», αφού ο χρυσός πλέξει μόνος του το εγκώμιό του, απευθύνει την ερώτηση: «Εσύ τι κάνεις, Μάρμαρο; / Και τ’ αποκρίθη εκείνο: / Εγώ σε τάφου σκοτεινά τη δύναμί σου κλείνω!» H δύναμη, όμως, που κλείνει η ποίηση είναι φως. O Πολέμης πολεμά και αντέχει. Και το έργο του, το ποιητικό, το θεατρικό, το μεταφραστικό, περιμένει υπομονετικά τους αναγνώστες και τους κριτικούς του»

Ὁ ἀποχαιρετισμὸς τῆς Μάννας

Μισεύεις γιὰ τὴν ξενητιὰ καὶ μένω μοναχή μου
σύρε παιδί μου στὸ καλὸ καὶ σύρε στὴν εὐχή μου.
Τριανταφυλλένια ἡ στράτα σου, κρινοσπαρμένοι οἱ δρόμοι,
γιὰ χάρη σου ν᾿ ἀνθοβολοῦν καὶ τὰ λιθάρια ἀκόμη.

Τὰ δάκρυά μου νὰ γεννοῦν διαμάντια σ᾿ ὅ,τι ἀγγίζεις
καὶ τὸ ποτήρι τῆς χαρᾶς ποτὲ νὰ μὴ στραγγίζεις.
Νὰ πίνεις καὶ νὰ ξεδιψᾶς καὶ νἆν᾿ αὐτὸ γεμάτο,
σὰ νἆσαι ἡ βρύση ἀπὸ ψηλὰ κι ἐσὺ νἆσαι ἀποκάτω.

Ἐκεῖ, παιδί μου, ποὺ θὰ πᾶς, στὰ μακρινὰ τὰ ξένα,
δίχτυα πολλὰ κι ὀξόβεργες θὰ στήσουνε γιὰ σένα.
Παιδί μου ἂν ἐμένανε πάψεις νὰ μὲ θυμᾶσαι,
μὲ δίχως βαρυγγόμηση συχωρεμένος νἆσαι.

Κι ἂν πάλι τὸ φτωχὸ καλύβι μας ντροπὴ σοῦ φέρνει,
ὡστόσο
Καὶ πάλι θά ῾μαι πρόθυμη, συχώρεση νὰ δώσω.
Μ᾿ ἂν τὴν πατρίδα ἀπαρνηθεῖς ποὺ τὴ λατρεύουμε ὅλοι,
νἆσαι ἡ ζωή σου ὅπου κι ἂν πᾶς ἀγκάθια καὶ τριβόλοι.

Loading...