Intelligentsia 3 – Ο κύκλος των ποιητών 3 « 22 ποιητές ενώνουν τον ποιητικό τους λόγο »

Ένα συλλογικό βιβλίο 270 σελίδων με συμμετοχή είκοσι δύο σύγχρονων ποιητών, οι οποίοι ένωσαν τις φωνές τους μέσα από τον ποιητικό τους λόγο και με την ποιότητα της γλωσσικής επικοινωνίας εξέφρασαν σκέψεις, συναισθήματα και τις ανησυχίες τους.
Άνθρωποι ποιητές που μάχονται με το λόγο τους να ταράξουν τα λιμνάζοντα νερά και να προβάλλουν τις αλήθειες που υπηρετεί η τέχνη. Με συνέπεια λόγων και έργων, ως ηθικό χρέος εξιδανικεύουν την ακατάλυτη ηθική αξία ως υποδειγματικό τρόπο ζωής.
Είκοσι δύο σημαντικές φωνές του ποιητικού λόγου με 220 ποιήματα χαρίζουν μια ποικιλόμορφη πνευματική ευαισθησία δημιουργώντας ένα συμπαγές σύνολο με νέες πνευματικές αξίες ανανεώνοντας τον ποιητικό ύφος της εποχής τους.
Σε αυτό τον τόμο Intelligentsia 3 συμμετείχαν τιμητικά δύο από τις πλέον σημαντικές ποιητικές φωνές που έχουν υπηρετήσει απρόσκοπτα την ποίηση, ψυχή τε και σώματι. Δυο σπουδαίοι άνθρωποι των ελληνικών γραμμάτων, η Κυρία Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ και ο κύριος Τίτος Πατρίκιος.

Μαζί τους συμμετείχαν κι άλλες σπουδαίες φωνές που υπηρετούν με πάθος το λόγο:

Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, Τίτος Πατρίκιος,
Aμαράντου Χλόη, Αναγνώστου Αχιλλέας, Βαρβαρήγος Δημήτρης,
Βασιλάκου Καίτη, Βλαχογιάννη Μάνια, Γιαμπουράνη Γεωργία,
Ιωάννου Νιόβη, Κομποχόλη Αγγελική, Κουμανίδου Κυριακή,
Λύτρα Χαραρά Ελένη, Μπούρας Κωνσταντίνος, Πανούση Ευαγγελία,
Παπανικολάου Γιώργης, Παραβάτης Λύκος, Παραγιουδάκη Ελευθερία,
Σελμάνι Κλαρίτα, Σκιαθάς Αντώνης, Τσαμπά Μάιρα, Φατούρου Λένα.

 

Εκδόσεις ¨ Εν τύποις 2018 ¨

Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ

Η Ευλογία της έλλειψης

Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου
ό,τι μου λείπει με προστατεύει
από κείνο που θα χάσω
όλες οι ικανότητές μου
που ξεράθηκαν στο αφρόντιστο χωράφι της ζωής
με προφυλάσσουν από κινήσεις στο κενό
άχρηστες, ανούσιες.
Ό,τι μου λείπει με διδάσκει
ό,τι μου ’χει απομείνει μ’ αποπροσανατολίζει
γιατί μου προβάλλει εικόνες απ’ το παρελθόν
σαν να ’ταν υποσχέσεις για το μέλλον.
Δεν μπορώ, δεν τολμώ ούτ’ έναν άγγελο περαστικό
να φανταστώ γιατί εγώ
σ’ άλλον πλανήτη, χωρίς αγγέλους
κατεβαίνω.
Η αγάπη, από λαχτάρα που ήταν
έγινε φίλη καλή
μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του Χρόνου.
Στέρησέ με – παρακαλώ το Άγνωστο –
στέρησέ με κι άλλο
για να επιζήσω.

Χλόη Ν. Αμαράντου
ΑΝΘΡΩΠΟΙ – ΕΝΑ

Η ομορφιά στη ζωή
είναι που σαν άνθρωποι είμαστε διαφορετικοί.
Κανείς δε μοιάζει με κανένα,
όμως μαζί ενωμένοι είμαστε Ένα.

Ένα που γίνεται γροθιά
για να αντέξει της ζωής τη δύσκολη τροχιά,
που καθημερινά μας προκαλεί
με τη φύση της για αλλαγή.
Το ανθρώπινο πνεύμα και η φωνή
μας κάνουν να νοιώθουμε ζωντανοί.
Κανείς δε μοιάζει με κανένα,
μα η ψυχή και ο λόγος δηλώνουν Ένα.

Ένα που είναι εύκολο, ανιδιοτελώς να φθάσει,
μέχρι τα πέρατα της γης και να τα ξεπεράσει,
δίνοντας χαρά, αγάπη, θάρρος, στοργή
σ’ ανθρώπους που το έχουν ανάγκη στη πλάση αυτή.

Αχιλλέας Αναγνώστου
Μάσκα βροχής

Θλάση. Έσπασε μέσα μου. Κομματιάστηκε. Θρυμματίστηκε.
Κανένας δεν το άκουσε. Μόνο εγώ.
Και αυτό ακριβώς, λέμε τώρα, είναι η απόδειξη ότι τίποτα δεν έγινε.
Τίποτα. Τίποτα; Τίποτα.

Διάθλαση. Αυτός ο θόρυβος, μου χάλασε την διαύγεια.
Ο κόσμος όλος, σαν να βγήκε από μία παραίσθηση.
Το φως κάμπτεται και οι ευθείες στραβώνουν.
Τα στραβά να ξαναστρίβουν και γίνονται κόμποι.
Οι άλλοι, συνεχίζουν σαν να μην έγινε τίποτα.
Μόνο τα μάτια μου παίζουν αυτό το παιχνίδι.
Σαν να μην έγινε τίποτα. Τίποτα; Τίποτα.

Βροχή. Τώρα γίνανε όλοι μούσκεμα.
Τους χτυπάνε αλύπητα οι στάλες.
Τι είναι μία ραγδαία βροχή επάνω τους;
Τι είναι το τσίγκρισμα της βροχής στο πρόσωπό τους, αν όχι μία μάσκα;
Όχι μία μάσκα;
Αυτοί, ούτε τώρα, ούτε πριν κλαίγανε…

Δημήτρης Βαρβαρήγος
Ίχνος 8ο

σε μονοπάτια περπατούσες τη ζωή
σε ξασπρισμένους αιώνες
μοναχικά
σε κοιτούσε η μοίρα πίσω από σύννεφα
να κρατάς το αίμα σου στις χούφτες
αδιάφορη που λέκιαζες το λευκό σου φόρεμα
κεντούσες με το νήμα της ζωής αστέρια
να κρέμονται σαν κρόσσια στ’ ανάκατα μαλλιά σου
απάτητα μονοπάτια τα ψελλίσματα σου
κανείς δεν κατάλαβε τι έψαχνες μέσα στους αναίτιους φόβους
ούτε σε πια υπομονή συνήθιζες να θάβεις αναμνήσεις
τα βήματα μετρούσες σε πια έκπληξη
θα σε βγάλουν αμίλητη
για να χαράξεις αμαρτίες στην άμμο.
σε είδα την ώρα της μεγάλης μπόρας
να περπατάς μέσα στη βροχή.
έλαμπαν τα μάτια σου μια πρόσκαιρη στοργή
κι έπειτα αντήχησαν γέλια και φωνές
να η τρελή που μιλάει στο φεγγάρι
κι έβαφες τα χείλια σου στο χρώμα μιας οξυδέρκειας
ήταν η στιγμή που κοίταξες το θάνατο κατάματα

Καίτη Βασιλάκου

Ω, μη μου λες αυτό που ξέρω,
μη μου θυμίζεις ό,τι θέλω να ξεχάσω,
μη μου λες τίποτα
παρακαλώ.

Μονάχα στάσου εδώ
και πες μου ένα στίχο,
μια μελωδία ψιθύρισε,
να νιώσω κάνε με
πως όλα συμπυκνώθηκαν
σε μια μικρή στιγμή,
σε μια στιγμή βαριά
που μας κρατάει μέσα της.

Ω, μη μου λες αυτό που ξέρω,
άσε να νιώσω την ψευδαίσθηση
πως δεν υπάρχει χθες,
πως το αύριο δεν θα’ ρθει,
θέλω τόσο πολύ
να τα ξεχάσω όλα αυτά,

μέσα σε μια πυκνή στιγμή
θέλω να μπω
κι εκεί ακίνητη να μείνω
σαν απολίθωμα
αρχαίων προϊστορικών καιρών.

Μάνια Βλαχογιάννη
Ο ιππότης με το ατσαλένιο άρμα

Έχτισα κάστρα απόρθητα
από τα πέπλα των ονείρων μου,
να φυλακίσω το χρόνο που ξεγλιστρά γελώντας σαν παιδί.

Έκρυψα και τ’ αστέρια στα κύματα της θάλασσας
να κοιμηθεί ο ουρανός…
να ξεγελάσω την αυγή.

Όσες φορές κι αν πάσχισα το χρόνο ν’ αγκαλιάσω
κρυβότανε στο φόβο, στους πόθους, στις σιωπές.
Πεθύμησα για μια στιγμή κάπου να ξαποστάσω
μα άλλαζε μύρια ονόματα, σχήματα και μορφές.

Καλπάζει με τον άνεμο επάνω στα κορμιά μας,
που διψασμένα αρπάζουν μικρές δροσοστιγμές,
ο αήττητος ιππότης με το ατσαλένιο άρμα,
που πολεμούν αιώνια οι ελεύθερες ψυχές.

Κάλπαζε ο χρόνος πλάι μου
κι έτρεχα να τον πιάσω…
μα είδα στο πρόσωπο του μια ασύλληπτη ομορφιά…
Είχε για μια στιγμή τα μάτια του έρωτά σου
κι ανέμιζαν ανέμελα τα μαύρα σου μαλλιά.

Κι εκεί
στο απομεσήμερο
σταμάτησα το χρόνο…
τα σιωπηλά του χείλη φίλησα τρυφερά…

Δάκρυσε ο ιππότης και χάθηκε στη λήθη
κι όλη η ζωή μου χώρεσε σε μία αγκαλιά

Γεωργία Γιαμπουράνη
Παιδική φωτογραφία

Η παιδική φωτογραφία
καρφώθηκε στο χρόνο
Των ενηλίκων η ωρίμανση απώλεια με αίμα
Η αθωότητα μετέωρη στα ρήγματα του κόσμου
Όμορφο το ροδαλό πρόσωπο
Το χαμόγελο ατραυμάτιστο πίσω από το γυαλί
Χαρούμενη η ψυχή πριν συνθλιβεί
σαν ταξιδέψει έξω από την κορνίζα
Τα μάτια αγνά και η αγνότητα της μπλε ποδιάς υπέροχη
πριν αδιάντροπα ξεγυμνωθεί στη διαφθορά
Ο γιακάς λευκός, κατάλευκος, αλέκιαστος
Με συστολή κρατά ένα στυλό στο χέρι, ένα τετράδιο
ανοιχτό
Μόλις που άρχισε τον κόσμο να προφέρει

Νιόβη Ιωάνου
Δεν είχε πεθάνει ακόμα

Τα μεσημέρια
ερχόταν η θάλασσα
πρώτα το νερό
μετά το κύμα
το δωμάτιο
επέπλεε μαλακά
γεμάτο ξύλα
από σπασμένες παραλίες
άνοιγα το παράθυρο
να τρέξουν τα παιδιά
να σωθούν
μιλάτε σιγά
ώρα κοινής ησυχίας
οι γείτονες
γυρνούσαν πλευρό
ενοχλημένοι
ήτανε όνειρο
εκείνο το σπίτι
γαλάζια τα ρούχα μας
χόρευαν
στα θεμέλια
ο πετεινός
αλλού το κεφάλι
στις τρεις και μισή η φωνή του
δεν είχε πεθάνει ακόμα

Αγγελική Κομποχόλη
Κόσμος… Χρώματα…

Δένω του ονείρου τις πνοές και φτιάχνω ουράνιο τόξο
Μιλώ τη γλώσσα του Θεού στα χρώματα του κόσμου
Η πλάση ένα θάμπωμα στους κήπους του Βοώτη
Χοροί γαλάζιοι ιριδισμοί, αστέρια και κομήτες
Κοιτώ τις πράσινες φωτιές των γαλανών αιθέρων
Λικνίζομαι στα άλικα μπαλέτα των κυμάτων Του
Κύνα οι θερινές τροπές στάλα δροσιάς στο ρόδο
Βιολέτα και ανθοκέρασο στη ράχη του Αντάρη
Κι εγώ χρυσή αστερόσκονη στη πρύμνα της Σελήνης.

Κυριακή Κουμανίδου
Γλυκές Κυριακές

Είναι κι αυτές οι Κυριακές
οι συννεφιασμένες
οι βροχερές
οι παραπονεμένες
τους λείπει ο ήλιος
η ζεστασιά
η μουσική
Σιωπηλές και μόνες
ακούνε τη βροχή
και ανταμώνουν με δάκρια.
Δεν έχουν φίλους
γύρω απ’ το γιορτινό τραπέζι
κοιμούνται μόνες.
Μόνο μια ελπίδα
ξαγρυπνά μαζί τους
πως σαν ξυπνήσουν
όλα θα είναι καλοκαίρι και άνοιξη
θα έχουν φως
θα μυρίζουν γιασεμί
θα τραγουδούν τον έρωτα
θα θυμίζουν ξεχασμένες
Κυριακές

Ελένη Λύτρα – Χαραρά
Είμαστε…

Είμαστε οι τελευταίοι επισκέπτες
ενός ανεξερεύνητου τοπίου
εκεί, που φωλιάζει ο έρωτας κρυμμένος
μέσα από τα απάτητα σοκάκια
της ζωής μας…
Είμαστε κάποιοι διάττοντες αστέρες
χορεύουμε την ψυχή μας στην αβεβαιότητα
που αφήνει το χρόνο να κυλά αθόρυβα
μέσα απ’ τη ρυτίδα που χαράκτηκε
σαν αυλάκι στο μέτωπο…
Είμαστε οι ξένοι μέσα μας
εκείνοι, που ξένοι λογιστήκαμε
σαν αφεθήκαμε στην παιδική μας άγνοια
να παίζουμε στα ψέματα, ερήμην μας
μες τις ζωές των άλλων…
Είμαστε οι σκιές μέσα στη νύχτα
προσμένουμε το ανέφικτο σαν σε ταινία τρόμου
δειλοί, κρυμμένοι μες τις αρετές μας
μ’ έναν εγωισμό, σημάδι της ζωής ατόφιο
που του θανάτου πέρασμα αφήνει.
Είμαστε τα σακατεμένα χέρια μας
που βάρυναν κρατώντας γύρω μας τα πράγματα
μόνο για μας
στο φόβο απ τα μελλούμενα
κι εκείνα χάσανε την αγιότητά τους…
Είμαστε οι αιμάτινες σταγόνες
που κύλησαν απ’ την καρδιά και γίνανε
ποτάμι ορμητικό
όταν κρεμάσαμε τον πόνο
να κολυμπούν μες τη σιωπή τα δάκρυα…

Κωνσταντίνος Μπούρας
Η επόμενη μέρα

Και πάντα έρχεται η επόμενη μέρα
Όταν άνθρωποι είμεθα…
Χαλασμένα συκώτια
Οι συνταξιούχοι ποτίζουν αλκοόλ
Τα σπουργίτια
Από το πρωινό τού ξενοδοχείου
All inclusive.
Η πισίνα θα συνεχίσει να υπάρχει
Και μετά την αναχώρησή τους
Από τον μάταιο τούτο κόσμο.
Μια έγκυος ήρθε να γεννήσει στη Σάμο
Μετά από πέντε αποβολές.
Κάποιος της είπε για το Ηραίον,
Όμως θα μπέρδεψε
Την πρώτη κυρία του Δία
Με την Ειλείθυια
(κόρη του Δία και της Ήρας)
Που είναι η μαία των θνητών
(για τους θεούς δεν γνωρίζω).
Ακαλαίσθητο σιδηρούν κιγκλίδωμα
(κοινώς κάγκελο)
Ανάμεσα της κολυμβήθρας
Για τα βρέφη
Και της πισίνας των ενηλίκων
(βάθος 2,70 m).
Πνίγεται κανείς άνετα και σε μια
Κουταλιά νερό…

Ευαγγελία Πανούση
Αγρύπνια

Ν’ αγροικάς το ξημέρωμα
στη σιωπή της νύχτας.
Με την ψύχρα στο δέρμα
στο βλέμμα τ’ ουρανού
ενόσω διαθλάσαι χίλια κομμάτια
στων αστεριών το φως!
Αγρυπνήστε!
Η νύχτα αδιάκοπα αστράφτει.
Ξαγρυπνήστε!
Είναι όμορφα πριν απ’ το χάραμα

Γιώργης Παπανικολάου
Το παιδί

Κάποτε έρχεται ο καιρός,
που κείνο το ξεχασμένο παιδί
βγαίνει απ’ το σκοτάδι.

Παρ’ ότι αγνώριστο απ’ τις πληγές,
το ξέρεις, το γνωρίζεις.
Σου δείχνει το δάκρυ το πικρό
και τα ραμμένα χείλη.

Σε τραβάει δειλά απ’ το μανίκι
και με το βλέμμα χαμηλό,
ζητάει να το προσέξεις.

Λύκος Παραβάτης
Ξύπνημα

Ολημερίς άλλο δεν κάνω:
Ήλιο εισπνέω και χαμόγελα.
Την νύχτα σαν εκπνέω,
αυτά γίνονται άγγελοι.
Η κάμαρη γεμίζει ομορφιά,
μέχρι το πρώτο φως.
Τότε φεύγουν. Μα όχι όλοι.
Μένει ένας και μού γελά:
-Ξύπνησες, αγάπη μου;;

Ελευθερία Παραγιουδάκη
Λυκαία Ιεροφίλη

Της παλάμες τις γραμμές αναγνωρίζω.
Τσιγγάνας παιδί και ανέμου γέννα,
σαν ο Βορινός με διδάσκει.
Λειτουργία τελώ, της γης επιφώνημα.
Πρωινό φώς, γιορτή μου με πουλιά εκκλησίασμα.
Άπατρις!
Την ηχώ του χρόνου αναζητώ.
Επίγεια μοίρα.
Σ΄ άγραφους σκοπούς και νόμους
πειθαρχία τηρώ.
Στο νου του ενός γεννήθηκα.
Στης λογικής τις εσχατιές,
αέναους κύκλους διαγράφοντας.
Μάγισσα εγώ!
Ιεροφίλη η Λυκαία!
Μοίρα μου να χρησμοδοτώ!
Κι άλλης
ζωής να προσμένω το ξημέρωμα.

Κλαρίτα Σελμάνι
Άκου

Εσύ έπεσες…
Λιγοστοί είναι αυτοί που θα απομένουν κοντά σου
Ρίζωσε τα χέρια στο πλακόστρωτο της αντίστασης και σήκω
πάνω χωρίς να λυγίζεις το βλέμμα.
Εσύ σηκώθηκες ψηλά.
Πολλοί είναι αυτοί που θα ακολουθήσουν τη σκιά σου
Ρίζωσε το βλέμμα στα χνάρια του μονοπατιού και συνέχισε
μπροστά.
Εσύ μπορεί να πέσεις και πάλι…
Πλέον δεν θα είσαι μόνος σου
πίσω θα σε ακολουθήσουν τα βήματά σου και μπροστά θα
βρεις το βλέμμα

————————————————————————–

Αντώνης Σκιαθάς
Μοναχικοί Πλόες

Στα έτη της μοναξιάς,
στην ερημόνησο της ποίησης
τα κουφάρια των λέξεων,
ορίζουν
στους αντίλαλους των κυμάτων,
Καβαφικούς πλόες.

Στα έτη της μοναχικότητας,
οι ποιητές,
ασχημονούν
στη χάβρα των αγριελιών,
ομίχλη γνέθοντας
στο καντιλέρι των ψυχών,

εκεί που όρισε ο Όμηρος,
το φως.

«Ασκήσεις Ηδονής»

Τίτος Πατρίκιος
Απόσπασμα από τη συλλογή «Σε βρίσκει η Ποίηση»
Εκδόσεις Κίχλη 2012

ενότητα Ι

Εκεί που αναρωτιέσαι για πράγματα που πρώτη φορά
αντικρίζεις
για πράγματα χιλιοειπωμένα που έχουν πια περάσει
για πράγματα που ξαφνιάζουν κι ας γίνονται κάθε μέρα
για πράγματα που έλεγες δεν θα συμβούν ποτέ
και τώρα συμβαίνουν μπρος στα μάτια σου
γι´ άλλα που επαναλαμβάνονται μ´ελάχιστες παραλλαγές
για πράγματα που πουλιούνται μόλις πιάσουν
κατάλληλη τιμή
για πράγματα που σάπισαν με το πέρασμα του καιρού
ή που ήσαν σάπια απ ‘ την αρχή και δεν το έβλεπες
εκεί που απορείς για πράγματα που μπόρεσες να κάνεις
για πράγματα σοβαρά ή ανόητα που ρίσκαρες τη ζωή σου
για πράγματα σημαντικά που τα κατάλαβες αργότερα
για πράγματα που τα φοβήθηκες κι απέφυγες
ν´αναλάβεις
για πράγματα που τα προγραμμάτισες και δεν σου βγήκαν
γι´ άλλα που τα σχεδίασαν άλλοι και βγήκαν διαφορετικά
για πράγματα που σου έτυχαν χωρίς να τα περιμένεις
για πράγματα που μόνο τα ονειρεύτηκες
και κάποτε, μία στις χίλιες πραγματώθηκαν…

Εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση.

Μάιρα τσαμπά
Μάχη θλιβερή

Ο έρωτας κι ο πόλεμος
δύο θεοί •
γοητευτικοί μα και ύπουλοι.
Ρίχνουν ένα χαμόγελο ως δόλωμα
και μια υπόσχεση κρυφή
σαν ελπίδα
για ιστορία φανταστική
και κληρονομία μυθική
κι ύστερα μ’ ένα βλέμμα πονηρό
σε ρίχνουν στην αρένα
και είναι τόσο άδικο
και είναι τόσο άνιση η μάχη αυτή
το ξέρουμε ότι θα χάσουμε!
Ό,τι και να γίνει κάτι θα χάσουμε…
Όπως ένα κομμάτι του εαυτού μας,
τη ζωή μας
ή και εμάς τους ίδιους.
Είτε νίκη είτε ήττα
πάντα χάνεις
χρόνο
χρήμα
μυαλό
ψυχή
και ποτέ πια δεν είσαι ο ίδιος!

Λένα Φατούρου
Λησταρχίνες

Της γέννας μου τα δώρα ήσαν πολλά.
Μα, εκείνο που ξεχώρισε ήταν το ρούχο
Της ζωής μου.
Αγγελικά φτιαγμένο με της αγνότητας
τ’ ασήμι στρωσίδι του λίκνου μου, το
φόρεσα κατάσαρκα στου δέρματος μου
το βελούδο.
Δύστροπες οι μοίρες μου,
το ζήλεψαν και στης τύχης το δρομάκι καιροφυλακτούσαν.
Λάφυρο έγινα στην άρρωστη μανία τους.
Μου ’κλεψαν όνειρα κι ελπίδες που έκρυβα
και του ζεστού μου ρούχου τη σπάνια ομορφιά.
Έριξαν πάνω μου ασύμμετρα κουρέλια και χάθηκαν
στο βάθος των χρόνων γελώντας με τη γύμνια μου.
Σκαρί ανεμοδαρμένο έμεινα να κλαίω, σέρνοντας
Το ληστεμένο μου σώμα.
Πνίγηκα μέσα στο έλος της πονεμένης μου πορείας.
Γερνώντας, δεν άλλαξε ΤΙΠΟΤΑ!
Ακόμα ψάχνω την Ιθάκη μου.
Οι λησταρχίνες, ΑΦΑΝΤΕΣ!
Το σώμα σάπιο γέρνει στο χώμα καθώς η
ακρωτηριασμένη γλώσσα μου, ένα ψευδό
ΓΙΑΤΙ; Στέλνει στα χείλη.