» Με τη γραφή κολυμπάει στα άναρχα ποτάμια που κυλούν αέναα μέσα του «

Ο Γιώργος Ρούσκας είδε πρώτη φορά το φως του Ήλιου τον Μάιο του 1962. Μετά από εξετάσεις , εισήχθη στην Βαρβάκειο πρότυπο σχολή. Συνέχισε τις σπουδές του στην Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Ελληνικού Μ. Πολυτεχνείου . Από την αποφοίτησή του μέχρι σήμερα εργάζεται ως ελεύθερος επαγγελματίας.
Έχει πραγματοποιήσει δυο ατομικές εκθέσεις Ζωγραφικής « Όστρακα » το 2004 και « Αχλύς » το 2007 καθώς και μια ατομική έκθεση Κεραμικής το 2018 με τίτλο « Ιδίαις Χερσίν »

Η γραφή είναι ένας τρόπος να διερευνήσει και να γνωρίσει ουσιαστικά τον εαυτό του αλλά και μια προσπάθεια να γεφυρώσει τα άναρχα ποτάμια που κυλούν αέναα μέσα του , δημιουργώντας έτσι διαύλους επικοινωνίας τόσο με το εσώτερο ΄΄ Είναι ΄΄ όσο και με τον Συνάνθρωπο . Εκδίδοντας έργα του εγκαθιστά προσωρινά σε χάρτινη Πατρίδα τις μετανάστριες ιδέες του. Εκεί οι σκέψεις είναι ελεύθερες να σχηματίσουν παραποτάμους της ύπαρξής του και να σμίξουν με αντιστοίχους των αναγνωστών ώστε μετά από ανύποπτες μα ωστόσο κοινές συμβολές να συνεχίσουν μαζί στο μεγάλο ποτάμι του χρόνου και της ζωής.

Πρoσδοκά να παραμείνει : « ταξιδευτής στους δρόμους της γης. Μετανάστης σε μονοπάτια ονείρων »

Βιβλιογραφία

Ο Γιώργος Ρούσκας έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές :

(2010) »  Αχλύς 2 « , Εκδόσεις ΑΩ

(2012) » Αλεξίλυποι σκιαλύτες « , Εκδόσεις ΑΩ ( Στην συμπεριλαμβανομένη ενότητα «Ζωή Μου Είναι» απονεμήθηκε έπαινος από τον Φιλολογικό Σύλλογο ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ

(2013) » Άυλο πύαρ « , Εκδόσεις Χίλων

(2017) » Ερώ «, Εκδόσεις Σοκόλη

(2017) » Χαϊκού νήματα « , Εκδόσεις Σοκόλη
 και το δοκίμιο « Νυκτουργία εμβαπτίσεως εις τα ποτάμια του Γεωργίου Γεωργούση » ( Εκδόσεις Σοκόλη )

 

Έχει δημοσιεύσει διηγήματα , δοκίμια , άρθρα και κριτικές αναγνώσεις λογοτεχνίας σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Με τη γραφή κολυμπάει στα άναρχα ποτάμια που κυλούν αέναα μέσα του.

 

Ηλιάδα μου Ελλάδα

 

Στον τόπο που γεννήθηκα, τον ηλιοχαϊδεμένο
το μάρμαρο είναι ζωντανό, αιματοποτισμένο
τα χώματα ηλιόφωτα, ηλιοευλογημένα
και τα κλαριά ηλιόθρεφτα, στον ήλιο ανθισμένα.

Οι πέτρες του ηλιόπυρες, με φως πελεκημένες
κι οι δροσερές του οι σκιές, με φως ερωτευμένες.
Χωράφια λίγα, ηλιόσπαρτα, ηλιοτραγουδισμένα
τα ποιήματα φωτόπλαστα, λιτά, φωτοψημένα.

Γλυκόπιοτο το φως εδώ, στα ξένα φαρμακώνει
όποιος Αιγαίο αντίκρισε, μόνο εδώ ημερώνει
ρυτίδες βέβαια πολλές, ηλιόσκαφτη εμπειρία
καταγραφές φωτός απτές, ζωής φωταγωγία.

Φοίβος στεριώνει τον πηλό, ο ήλιος τα κορμιά μας
φωτοχυσία στις ορμές, στα πάθη, στα όνειρά μας
κάθε σταγόνα λάδι φως, γουλιά κρασί και ήλιος
πλούτος για εμάς ο έρωτας, ο Όμηρος, ο φίλος.

Ρετσίνι των ηλιόδεντρων, μέλι του ήλιου χρώμα
ηλιόχρυσο άμυλο σταχυών, ηλιόψωμο στο στόμα
νερό του ήλιου στις πηγές, στις λίμνες, στα ποτάμια
στη λιόχαρη τη θάλασσα, στις όχθες, στα καλάμια.

Ο λόγος ηλιοποίκιλτος το μέσα να φωτίζει
ο Έρωτας ηλιοτραφής στον ήλιο αλωνίζει
ελευθερία της ψυχής, κατάργηση ορίων
Γαία, Αφροδίτη, Αθηνά, Απόλλων, Δευκαλίων.

Η ιστορία του φωτός, εδώ είναι γραμμένη
η Τέχνη εδώ μεγάλωσε η φωτογεννημένη
φιλοσοφία έξω στο φως, στ’ αμπέλια η τραγωδία
οι αγώνες για κλαδί ελιάς, στο φως της Ολυμπίας.

 

 

Ας ήμουν

 

Ας ήμουν σκιάχτρο κοκαλάκι σκαλιστό
στ’ αμπέλια των μαλλιών της
ή ρούχο αγαπημένο εφαρμοστό
κατάσαρκα ν’ ακούω την καρδιά της

ας ήμουν κούπα του καφέ
να με στολίζει με κραγιόν
ή κινητού λεία δονούμενη οθόνη
σε κάθε άγγιγμα να σπαρταρώ

στα πόδια της σεντόνι καλοκαιρινό
ας ήμουν με ιδρώτα ποτισμένο
ή έστω αυτοκίνητο γρατζουνισμένο
μ’ εκείνη οδηγό

ας ήμουν ο καθρέφτης του λουτρού
να την καλωσορίζω το πρωί
στο τζάμι μου τα μάτια της ν’ αντανακλούν
να με θολώνει όταν κάνει ντους γυμνή

ας ήμουν ο,τιδήποτε
κοντά της θα μπορούσε να βρεθεί
ας ήμουν το ελάχιστο που θα ’ταν ικανό
επάξια την προσοχή της να διεκδικεί.