Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα. Οι γονείς μου επίσης γεννημένοι στην Ελλάδα, όμως οι παππούδες κατατρεγμένοι πρόσφυγες, Έλληνες του Πόντου, της Μικράς Ασίας και της Ρωσίας. Φοίτησα στην Γερμανική Φιλολογία Αθηνών με συνεχείς υποτροφίες, ενώ ταυτόχρονα εργαζόμουν. Η αγάπη μου για τα ταξίδια αλλά και για την ευρύτερη γνώση και ο πόθος μου για την άμεση επαφή με τους ξένους λαούς και τους πολιτισμούς τους με ώθησε να σπουδάσω συνολικά 4 ξένες γλώσσες. Υπήρξα για χρόνια έμπορος. Στη συνέχεια καθηγήτρια στο δημόσιο σχολείο. Παράλληλα μητέρα αφοσιωμένη στην ανατροφή του παιδιού μου.
Το 2015, όταν ο γιος μου ενηλικιώθηκε, απέκτησα για πρώτη φορά στη ζωή μου ελεύθερο χρόνο. Μπήκα στην οικογένεια του διαδικτύου και άρχισα εκεί να εκφράζω γραπτά τον νου και την ψυχή μου με έμμετρο λόγο. Έτυχα άμεσα μεγάλης αποδοχής. Αυτό ήταν το έναυσμα μιας έντονης δημιουργικής πορείας. Η συγγραφή ήταν πια ανάγκη ψυχής. Λίγο μετά τη δημοσιοποίηση των πρώτων ποιημάτων μου στο διαδίκτυο μου έγινε από εκδοτικό οίκο πρόταση έκδοσής τους και ζητήθηκαν από τραγουδιστές και συνθέτες στίχοι μου για τραγούδια. Δημιούργησα τότε τη λογοτεχνική σελίδα «Έκφραση Νου και Ψυχής από την Έλενα Χατζηγιάννη». Σύντομα ακολούθησαν οι βραβεύσεις μου σε διαγωνισμούς σε ποιήματα και πεζά μου. Ένα πρώτο σε διήγημα κι ένα δεύτερο σε δοκίμιο από την Ε.Π.Ο.Κ. Ένα πρώτο βραβείο σε διήγημα από την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών. Ένας έπαινος από την Unesco και συμμετοχή σε συλλεκτική έκδοση που θα κυκλοφορήσει σε 4 γλώσσες σε όλες τις Unesco του κόσμου. Εκτενές αφιέρωμα για την πορεία μου και αποσπάσματα από το πρώτο μου βιβλίο στο λογοτεχνικό περιοδικό «Δευκαλίων ο Θεσσαλός» και σε διάφορες ραδιοφωνικές εκπομπές. Η πρώτη ποιητική μου συλλογή «Η Απαρχή» που κυκλοφόρησε στις αρχές Απριλίου του 2017 διατίθεται μέσω διαδικτύου στους αναγνώστες που γνώρισαν και αγάπησαν από εκεί τη γραφή μου και βρίσκεται μέσα σε λίγους μήνες στην 4η έκδοσή της.

 

 

« Διαδικτυακός Έρωτας »

Πόσο μακριά
η αλήθεια απ’ το ψέμα;

Δεν είχε αγγίξει
ούτε ένα τους βλέμμα.

Στην οθόνη φωτογραφίες τα πρώτα φιλιά.

Θεέ μου!
Πώς σκίρτησαν αυτών το κορμιά!

Απλά “Σε θέλω!” σ’ ένα χαρτί
τύλιξαν τη σκέψη τους με μια θέρμη δυνατή.

Θαρρούσαν πως άκουσαν λόγια πολλά
χωρίς να ‘χουν ακούσει ποτέ τη λαλιά.

Πώς της έκλεψε τώρα αυτός την καρδιά
χωρίς να ‘χει ακουμπήσει ποτέ τη ματιά;

Πώς του χάιδευε άραγε αυτή το κορμί
χωρίς να τον έχει αγγίξει ποτέ στη ζωή;

Loading...