Η δική μας Ειρηάννα, αύριο 10 Απριλίου, μας φιλοξενεί στην βάρκα της ζωής της. Σε ένα ταξίδι, που άλλοτε μας συνεπαίρνει, άλλοτε μας ενδυναμώνει και άλλοτε μας ωριμάζει. Ίσως κάποιοι από μας ταυτιζόμαστε, άλλοι ξαφνιαζόμαστε, άλλοι μαθαίνουμε πως τα κύματα καθορίζουν τα κουπιά μας και κάποιοι με συγκίνηση καταλαβαίνουμε πως στα μικρά , απλά στηρίζεται όλη μας η ζωή.

Ένα είναι σίγουρο. Στην βάρκα της Ειρηάννας όλοι χωράμε…

Α.Ρ

Λίγα λόγια γνωριμίας

Η Ειρηάννα Γρ. Γιαλιτάκη Ντούσια, κατάγεται απ΄ την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και το Ηράκλειο της Κρήτης, ενώ έχει ρίζες κι από την Κωνσταντινούπολη και την Ιταλία.
Γεννήθηκε το 1971 στις 10 του Μάη ,στον Υμηττό και μένει στην Αθήνα.
Έχει σπουδάσει παραιατρικά επαγγέλματα (Τεχνολόγος Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων) και Διακόσμηση – Χειροτεχνεία.
Έχει επίσης εργαστεί επί σειρά ετών, ως ερμηνεύτρια του έντεχνου, ρεμπέτικου και παραδοσιακού τραγουδιού, με γνωστά ονόματα του χώρου.
Η μεγάλη της όμως αγάπη, πέρα απ΄τα παιδιά της, είναι η συγγραφή.
Είναι μητέρα 3 παιδιών, της Κατερίνας και των διδύμων Μανώλη και Αρετή.

Ο ~Ιερός Έρωτας~ είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή από τις Εκδόσεις ΠΗΓΗ.
Το ~Ψυχών διηγήσεις~ είναι η δεύτερη ποιητική της συλλογή , από τις Εκδόσεις ΑΕΝΟΝ

-Οι εκδόσεις ΑΕΝΑΟΝ ακόμα μια φορά αγκάλιασαν ,
πίστεψαν, και εμπιστεύτηκαν τις δημιουργίες της-

Αυτή η νέα προσπάθεια στηρίζεται στο αφηγηματικό είδος της λογοτεχνικής πεζογραφίας την νουβέλα

 

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

 

Οι εκδόσεις ΑΕΝΑΟΝ και η συγγραφέας-ποιήτρια Ειρηάννα Γιαλιτάκη-Ντούσια, σας προσκαλούν στην πρώτη παρουσίαση του νέου τους βιβλίου με τίτλο »Στιγμές»

Η παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει την Τετάρτη 10 Απριλίου στις 18:00
στο καφέ Θέσις 7, Μοναστηράκι.

 

Χαιρετισμός και Ευχαριστίες, από τη συγγραφέα του έργου Ειρηάννα Γιαλιτάκη-Ντούσια

Θα μιλήσουν για το βιβλίο οι κ.κ.

Τσούκαλης Γεώργιος, Ιδιωτικός Ερευνητής και Συγγραφέας

Δέσποινα Μπλαστροπούλου, Καθηγήτρια Γαλλικών,Συγγραφέας,Δημοσιογράφος.

Μαρία Δεληκωνσταντίνου, Ηθοποιός-Σκηνοθέτης

Κωνσταντίνος Τσατσόμοιρος,Τραγουδοποιός, Ποιητής

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Αέναον

Thesis 7: Αγ.Φιλίππου 7 – Μοναστηράκι,

Μετρό Μοναστηράκι

ΠΕΡΙΛΗΨΗ « Στιγμές »

Η Ζωή είναι κομμάτια ενός παζλ …!
Ενός παζλ που καθορίζει την εικόνα που σχηματίζεται δειλά,
σε μια προσπάθεια να χρωματίσει σκηνές και θύμισες.
Να τις αφήσει παρακαταθήκη στους αναγνώστες, αφού τους ταξιδέψει πρώτα!
Είναι στιγμές αποτυπωμένες στην Ψυχή και στην Καρδιά!
ΑΕΝΑΑ…
Πριν , Τώρα, Μετά
Μια ανάμνηση

ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ!
Οι « Στιγμές » είναι μικρές αληθινές αφηγήσεις
Βιωματικά κομμάτια της Συγγραφέως μα κι άλλων ανθρώπων που θέλησαν να τις μοιραστούν!
Εύχομαι από καρδιάς , να σας ταξιδέψουν ευχάριστα , αφήνοντας σας εικόνες κι συναισθήματα!

Απόσπασμα 

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

Κάθε που νύχτωνε, μια ανατριχίλα σκέπαζε πιθαμή προς πιθαμή το δέρμα της. Μια ανατριχίλα περίεργη, σαν αυτές που νιώθει κανείς σαν πρόκειται να συμβεί κάτι, διαισθητικά κι ανεξήγητα. Χωνόταν μέσα στα σκεπάσματα, κουλουριαζόταν σαν μικρό παιδί κι έκλεινε τα μάτια.
Ετοιμαζόταν να μπει στου Μορφέα την αγκαλιά γυμνή από έγνοιες. Δεν περνούσε πολύ ώρα, ποτέ σχεδόν αμέσως άρχιζε το ταξίδι στην ονειροχώρα. Ήταν το καλύτερο ταξίδι της, ήταν το φευγιό της απ΄ό,τι τη δέσμευε στα γήινα μονοπάτια.
Κάθε φορά την περίμενε μια γνώριμη φιγούρα… Της άπλωνε το χέρι και σαν εκείνη το έπιανε ξεκινούσε τ΄όνειρο. Στην άλλη άκρη του Σύμπαντος κόσμου, εκεί που ήταν ό,τι πιότερο είχε αγαπήσει και της έφυγε.
Μάνα, γιαγιά. Οικογένεια όλη. Διέσχιζε σύννεφα και τραμπαλιζόταν κάπου ανάμεσα στα αστέρια και το φεγγάρι. Πάντα όμως το χέρι του Αγγέλου της κρατούσε το δικό της τρυφερά μα και δυνατά συνάμα, να μην ξεφύγει και μείνει εκεί.
Ένα σπιτάκι την περίμενε με αναμμένα φώτα και γλυκιά μουσική να πλανιέται στον αέρα. Ένα τραπέζι στρωμένο γιορτινά, για τη συνάντηση άλλης μιας νύχτας και λουλούδια παντού να μοσχοβολούν χαρά. Εκείνη πάντα στεκόταν για λίγο απ΄ έξω πάντα. Στεκόταν και ρούφαγε την εικόνα δυνατά για να έχει μέσα της την αίσθηση της πατρίδας καθώς θα έπρεπε να γυρίσει ξανά στο πραγματικό.
Έπειτα έμπαινε με το δεξί, το΄χε γρουσουζιά να μπει αλλιώς στο όνειρο. Στο τραπέζι την περίμεναν όλοι όσοι είχαν πετάξει. Χαμόγελα και μάτια που έλαμπαν από αγάπη.
Αγάπη…
Που να τη βρει κανείς στα γήινα αυτή την αγάπη. Πάντα η ίδια θέση αδειανή στο κεφάλι του τραπεζιού, τιμητική θέση. Μα πάντα την είχαν επίτιμη καλεσμένη. Πάντα την περίμεναν για το δείπνο. Δυο λευκά κεριά αναμμένα στη μέση του τραπεζιού και ένα κόκκινο.
Τρεμόπαιζαν οι φλόγες… Τρεμόπαιζαν σαν την πονεμένη της ψυχή που ήταν μόνη, μόνη ανάμεσα σε κόσμο υλικό κυριολεκτικά εκτός του ονείρου. Τίποτα δεν θύμιζε τη μέρα στο πραγματικό.
Η ώρα σήμανε 12:00. Ώρα σερβιρίσματος στο τραπέζι, καθώς όλοι ήταν εκεί. Ο Πατέρας με χαμόγελο ζεστό, πρώτα το δικό της σερβίτσιο γέμιζε. Ποτέ δεν το΄χε κάνει στη ζωή. Τώρα ήταν λεύτερος από εγωισμούς και πείσματα και της το όφειλε πια.
Ζάχαρη και ψωμί το πρώτο πιάτο του ονειρέματος. Στο πραγματικό πάντα ήταν αλάτι και ψωμί. Το δεύτερο μέλι και γάλα. Αντίθετα απ΄το πραγματικό που ήταν χολή και ξύδι. Κι ένα χάδι στα μαλλιά, ένα χάδι που τόσο λαχταρούσε και ποτέ δεν πήρε.
Στα πιάτα τα υπόλοιπα, το ίδιο σερβίριζε ο Πατέρας κι όλοι μαζί χαμογελώντας έτρωγαν. Έπειτα σηκωνόταν η γιαγιά που πρώτη είχε φύγει για το σπιτάκι στο όνειρο. Ένα κόκκινο φιλί, της έδινε πάντα προτού τη σερβίρει. Ένα ολοκόκκινο φιλί που της είχε λείψει τόσο.
Στη συνέχεια τη σέρβιρε ελιάς καρπό, για να θυμάται πάντα την πατρίδα της, την οικογένεια.
Να, κι η Μητέρα! Μάνα γλυκιά που έλειπε από κοντά της, πάντα. Εκείνη, μια αγκαλιά της είχε κι ένα λικέρ γλυκό. Μια αγκαλιά ζαχαρωτή!
Πόσες φορές τη γύρεψε Χριστέ μου! Πόσες ξαγρύπνησε ουρλιάζοντας πνιχτά για αυτήν την αγκαλιά. Σε κάθε ονείρατο τώρα γευόταν όλα αυτά που είχε στερηθεί! Και τρεμόπαιζαν τα κεριά μέχρι να λιώσουν, μέχρι να ΄ρθει η στιγμή του γυρισμού.
Ο Άγγελός της σε μια γωνιά να παίζει στην άρπα της χαράς, τις μελωδίες τις παιδικές που δεν είχε ακούσει σαν παιδί. Ό,τι της έλειπε απλόχερα της έδινε το όνειρο! Δικό της ό,τι της πήρανε τα στοιχειά του ριζικού της.
Ξημέρωνε σιγά σιγά και τα κεριά λιγόστευαν το φως τους. Ήταν η ώρα της επιστροφής στο πραγματικό. Πόσες φορές δεν ευχήθηκε να έμενε εκεί, εκεί που είχε αγάπη κατακόκκινη κι όχι ξεθωριασμένη όπως στη γη.
Όλοι μαζί σηκώνονταν απ΄το τραπέζι και αγκαλιάζονταν για το αντίο μιας στιγμής, έως το όνειρο ξανά να τους ενώσει. Έτσι άλλο ένα όνειρο τελείωνε ξανά, μέχρι το πραγματικό πάλι να νυχτώσει, να λάμψει φώς στο ονειρικό κι όλη την πίκρα να τη λιώσει με τη ζέστα του!

ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ ΨΥΧΗ ( ΙΕΡΟΣ ΕΡΩΤΑΣ,  Οκτώβριος 2015 Εκδόσεις ΠΗΓΗ )

Πρόσωπο με πρόσωπο…
Οι δυο μας.
Είσαι το Πνεύμα κι είμαι η Ψυχή…
Είσαι το Φως κι είμαι η Ενέργεια,
Εσύ οδηγός και Εγώ ακόλουθος…
Βλέπεις Εσύ μα Εγώ αισθάνομαι,
ακούς την μουσική που φτιάχνω να σε γαληνεύω…
Προστάτης μου Εσύ κι Εγώ τροφός σου,
δύναμη είσαι και αρχή μα είμαι τέλος και ουσία…
Έρωτας Άγγελος κι Αγάπη Νύμφη,
ουρανός και γη…
Κι ανάμεσα μας Εκείνος,
πνοή μας…
Πνεύμα Εσύ κι Εγώ Ψυχή,
κομμάτια δυο…
Σε ένα Σύμπαν αρμονικό,
Εσύ κι Εγώ…
Δυο μισά,
Εκείνου θαύμα Ιερό…
Και σε Αγαπώ,
Άντρας δικός μου Εσύ κι Εγώ Γυναίκα σου…
Και με αγαπάς,
ποτέ πια δυο…
Για πάντα ΕΝΑ!

ΤΑ ΓΙΑΤΙ ΚΑΙ ΤΑ ΠΩΣ ( ΨΥΧΩΝ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ )

Ξημέρωσε,
έφτασε και το μεσημέρι.
Θα ΄ρθει το απόγευμα κι η νύχτα πάλι.
Παρέα θα κρατώ τα ΄΄γιατί΄΄,
θα τους μιλώ,
θα τα κοιτώ,
μα όπως πάντα τα άτιμα θα με κοιτούν και αμίλητα θα μένουν.
Θα εκλιπαρώ,
και πάλι θα τρέμει η ψυχή τι τάχα θα γίνει,
πως τάχα θα μου φερθούν,
πόσο ξανά θα με παιδέψουν.
Και τα ΄΄πως΄΄ παραδίπλα,
βουβά κι αυτά κι άκαρδα θα κάθονται.
Κύκλος σκοτεινός κι άηχος,
το μυαλό θα κλείσει πάλι μέσα του.
Τα ΄΄γιατί ΄΄θα γίνουν θάλασσες φουρτουνιασμένες και θα πνίξουν τα πάντα…
Γιατί τα ΄΄έτσι΄΄ τους, γουστάρουν τα κενά που δημιουργούν και δεν έχουν οίκτο.
Τα ΄΄πως΄΄ θα γίνουν άνεμος,
θα σηκώσουν κύματα βουνά στα ΄΄γιατι΄΄ να θεριέψουν περισσότερο.
Και εσύ,
σαν άλλος Ποσειδώνας,
την αδιαφορία σου τρίαινα μπήγεις πιο βαθιά στην άμμο της σιωπής σου και την
σκορπάς στα μάτια να μην βλέπουν πια,
μα να θολώνουν και να τρέχουν δάκρυ καυτό.
Και να μια ακόμη Ατλαντίδα,
καταστρέφεται και όλα χάνονται άδικα,
φουρτουνιασμένη μια αγριεμένη αύρα την εξαφανίζει.
Αγρίεψε και ο ουρανός,
άρχισε καταιγίδα και μπλάβισε ο κόσμος.
Κι έγινε η ζωή,
του Δάντη κόλαση,
χειροκροτούν τα ΄΄γιατί΄΄ και τα ΄΄πως΄΄,
θεατές του σκηνικού σκληροί και ανικανοποίητοι,
τώρα χορταίνουν ηδονή από τον πόνο.
Και κριτές σκληροί τα σιωπηλά σου χείλη μένουν σφραγισμένα και σφιχτά.
Ξημέρωσε ξανά στο ίδιο θέατρο μιας παρακμής κάποιας αγάπης.
όπου η πρωταγωνίστρια χάνει τα λόγια της,
ψάχνει το ΄΄γιατί΄΄και το ΄΄πως΄΄ να της θυμίσουν που κρύφτηκαν και δεν μπορεί πια να
τα βρει.
Στο θέατρο της παρακμής,
ήρθε πάλι το βράδυ,
νύχτωσε βαριά και χάθηκαν όλα στο σκοτάδι.
Η αυλαία αντί να πέσει,
γελά και συνεχίζει να μένει ανοιχτή.
Καλώς ορίσατε καημοί,
καθίσατε και βολευτήκατε,
επίτιμοι καλεσμένοι των ¨γιατί¨ και των ¨πως¨.