Το νόμισμα ήταν στην αρχαιότητα τοπικό μέσο συναλλαγής, γιατί την κάθε κοινωνία την βόλευε ο δικός της τρόπος αξιοδόμησης των νομισμάτων και έτσι η κάθε Πόλη – Βασίλειο (Βασιλέας – Βάση Λεώ – Βάση του λαού) είχε το δικό της νόμισμα και λεγόταν αντίστοιχα Κοινόν Κορινθίων, Κοινόν Χαλκιδέων, Κοινόν Κυπρίων κλπ. Στην Δύση αυτό το κοιν-ό νόμισμα έγινε coin.

Η έννοια του πλούτου πριν από 3.000 δεν υπήρχε όπως δεν υπήρχε και η συσσώρευση των μέσων συναλλαγής επειδή απλά αντιπροσώπευαν μια αξία. Το μέσον συναλλαγής στην αρχαία Αθήνα ήταν η δραχμή. Ο όρος δραχμή είναι σωστός. Στην Ινδία τα χρήματα τα λένε δράχμα. Στην Δωρική διάλεκτο λέγεται δραχμάε. Η λέξη αποτελείται από δύο συλλαβές – δράχ και μα. Η πρώτη συλλαβή αναλύεται σε δρα – αχ. Το δρα- είναι το θέμα του ρήματος δρά-ω-δρώ. Η έννοιά του έχει να κάνει με την δράση. Το – αχ είναι το επιφώνημα Άχ ! που γνωρίζουμε πολύ καλά. Το άχθος το φορτίο, το βάρος. Ο αχθοφόρος. Η δεύτερη συλλαβή της λέξης είναι το  – μα και είναι μετοχική κατάληξη ρήματος με την έννοια του αποτελέσματος. Μπορούμε να πούμε ότι η δραχμή είναι το αποτέλεσμα της δράσης που έχει μόχθο.

Δηλαδή ούτε λίγο ούτε πολύ το πιθανόν είναι να μιλάμε για το μεροκάματο που ίσως ήταν μία δραχμή ή πιο σωστά μνιά δραχμή. Το θέμα μια- έχει την έννοια του μιάσματος του μιαιρού. Το θέμα μνια δηλώνει την μονάδα. Μνάα ή μνάε ήταν άλλη διαίρεση της εποχής. Έχει σχέση και με την μνήμη, την μνεία, την μονή και την μονάδα. Μνιά δραχμή λοιπόν το μερο-κάματο. Η αξία του νομίσματος έβγαινε από τον ιδρώτα του ανθρώπου. Κατόπιν οι επαϊοντες θα αντιστοιχούσαν την αξία του μεροκάματου – δραχμής με το λάδι, το μέλι, το κρασί, τα φρούτα, τα λαχανικά και τα δημητριακά, τα ρούχα, τις κατασκευές, τις μεταφορές και τα υπόλοιπα.

Σαφώς το νόμισμα ήταν καθαρά μέσον συναλλαγής και τίποτε παραπάνω και αυτό το επιβεβαιώνει το ίδιο του το όνομα που είναι μετοχικό αποτέλεσμα του ρήματος νομίζω. Η εκτροπή των ηθών αργότερα με την συσσώρευση νομισμάτων αξιών έγινε ο λεγόμενος πλούτος που τόσο εύστοχα ο Αριστοφάνης περιγράφει και καυτηριάζει. Άλλωστε όποιος μάζευε πλούτο, όποιος τα έκανε μασουράκι θα λέγαμε σήμερα, τον έλεγαν ιδιώτη. Αυτός ιδιωτεύει. Στην Δύση διατηρήθηκε και λένε έτσι τον ηλίθιο. Idiot (ίντιοτ). Όποιος τα μάζευε τον έλεγαν ηλίθιο γιατί η έννοια του υλισμού και της ιδιώτευσης του πλούτου ήταν ανύπαρκτη. Ο πλούτος ήταν για τα κοινά. Προφανώς την αρχαϊκή εποχή που προηγήθηκε της κλασσικής, ο έχων και διέθετε γιατί τι άλλο να τα κάνει;

Loading...