Πώς κατέληξαν από τη Μαγνησία στο Λούβρο και το Βρετανικό Μουσείο – Σημαντικά ευρήματα στο Εθνικό Μουσείο.

Καλά κρατεί η συζήτηση σχετικά με τα σπουδαία αρχαιοελληνικά ευρήματα, που βρίσκονται σε μουσεία του εξωτερικού, με το αίτημα της κυβέρνησης στο Λούβρο και το Βρετανικό Μουσείο για δανεισμό των γλυπτών του Παρθενώνα να μονοπωλεί το διεθνές ενδιαφέρον. Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ που έχει ασχοληθεί και κατά το παρελθόν με το συγκεκριμένο θέμα, κάνοντας αναφορές σε αρχαιολογικούς θησαυρούς που μεταφέρθηκαν στο εξωτερικό την εποχή της Τουρκοκρατίας, κυρίως, επανέρχεται στο θέμα, καταγράφοντας τις συνθήκες της εποχής.

Τα πολύτιμα στοιχεία που παραθέτει η προϊσταμένη επί τιμή της Εφορείας Αρχαιοτήτων Μαγνησίας Αργυρούλα Δουλγέρη – Ιντζεσίλογλου, φωτίζουν άγνωστες πτυχές της Τουρκοκρατίας και αναδεικνύουν τα γεγονότα αλλά και τις συνθήκες που συνέβαλαν στην παράνομη μεταφορά αρχαιοτήτων από την Μαγνησία στο εξωτερικό.

Από την εποχή ακόμη της Ρωμαιοκρατίας στη Ελλάδα, δηλαδή την περίοδο της κατάκτησης των ελληνιστικών βασιλείων από τους Ρωμαίους (2ος – 1ος αιώνας π.Χ.) και της πλήρους επικράτησής τους σε όλη τη Μεσόγειο, είχε αρχίσει το ενδιαφέρον για τα ελληνικά έργα τέχνης, γλυπτά, αγγεία, μετάλλινα αντικείμενα κ. ά. Πολλά πλοία της εποχής φορτωμένα με θησαυρούς της ελληνικής τέχνης έπλεαν προς τη Ρώμη και άλλες πόλεις για να διαθέσουν το πολύτιμο φορτίο τους κυρίως σε πλούσιους Ρωμαίους για τη διακόσμηση των επαύλεών τους. Ένα τέτοιο πλοίο ναυάγησε κοντά στα Αντικύθηρα: πρόκειται για το γνωστό Ναυάγιο των Αντικυθήρων (1ος αιώνας π.Χ.)

Από την περίοδο της Αναγέννησης στην Ευρώπη (15ος – 16ος αιώνας) και κατά τους επόμενους αιώνες αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων για τις ελληνικές αρχαιότητες και την αρχαία ελληνική ιστορία. Την εποχή αυτή οι ελληνικές περιοχές βρίσκονταν κάτω από την κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τα Μνημεία της αρχαιότητας ήταν εντελώς απροστάτευτα. Πολλοί περιηγητές περιόδευαν στους ιστορικούς τόπους και κατέγραφαν τις εντυπώσεις τους για να τις δημοσιεύσουν στη συνέχεια, ενώ παράλληλα ανακάλυπταν και φυγάδευαν στο εξωτερικό έργα τέχνης και άλλα σημαντικά αρχαία αντικείμενα, είτε κρυφά είτε μετά από άδεια και με την ανοχή των Οθωμανικών Αρχών, συχνά πληρώνοντας σεβαστά χρηματικά ποσά. Τα αντικείμενα αυτά κατέληγαν αρχικά κυρίως σε συλλογές ηγεμόνων και πλουσίων μεγιστάνων, ενώ αργότερα μεταφέρονταν σε μεγάλα Μουσεία. Ανάλογη δραστηριότητα, αλλά πιο περιορισμένης κλίμακας, υπήρχε και στη Θεσσαλία και ειδικότερα στη Μαγνησία, μέχρι την απελευθέρωσή της (1881).

«Σημαντικές αρχαιότητες από την Μαγνησία συγκαταλέγονται μεταξύ των εκθεμάτων Μουσείων διεθνούς ακτινοβολίας, όπως το Βρετανικό Μουσείο, όπου βρίσκονται τα γλυπτά του Παρθενώνα, το Λούβρο, και αλλού. Ένας πλήρης κατάλογος όλων των αρχαιοτήτων της Μαγνησίας που βρίσκονται σήμερα σε άλλα Μουσεία απαιτεί συστηματική έρευνα και καταγραφή, η οποία δεν έχει γίνει μέχρι τώρα» υπογραμμίζει η κ. Ιντζεσίλογλου.

Φυγαδεύτηκαν μνημεία της Μαγνησίας

Σημαντικά στοιχεία για την ανάγλυφη στήλη του 2ου π Χ αιώνα που ανακαλύφθηκε στην περιοχή των Φθιωτίδων Θηβών και βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο, ειδικότερα, δίνει η δημοσίευση των «Αρχαίων επιγραφών της Θεσσαλίας» που έγινε το 1908 από τον Ότο Κερν.

Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, ο Άγγλος περιηγητής Ουΐλιαμ Λικ, αποκάλυψε σπάνια αναθηματική λίθινη στήλη προς τον Ποσειδώνα, η οποία έφερε παράσταση με δύο ανάγλυφες κοτσίδες και την μετέφερε στην Αγγλία, τοποθετώντας την αρχικά στο σπίτι του. Η εν λόγω στήλη βρίσκεται πλέον στο Βρετανικό Μουσείο, μαζί με τα γλυπτά του Παρθενώνα.

Ένα ακόμη σημαντικό αρχαίο μνημείο που προέρχεται από την αρχαία πόλη των Φερών (Βελεστίνο), βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου.

Πρόκειται για αρχαία στήλη που χρονολογείται μεταξύ του 27 πΧ και του 14 μΧ, περίοδο κατά την οποία αυτοκράτορας της Ρώμης ήταν ο Οκταβιανός Αύγουστος. Η πρώτη δημοσίευση της εν λόγω επιγραφής πραγματοποιήθηκε το 1865 και περιλαμβάνεται στην έκδοση για τις θεσσαλικές επιγραφές του Ότο Κερν, αλλά δεν έγινε γνωστό το όνομα του ανθρώπου που την αποκάλυψε, ούτε ο τρόπος με τον οποίο μεταφέρθηκε στο Λούβρο.

Τι συνέβαινε στην Ελλάδα

Η Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία είναι η παλαιότερη τέτοιου είδους Υπηρεσία στην Ευρώπη, καθώς ιδρύθηκε το 1833, αμέσως μετά τη δημιουργία του σύγχρονου Κράτους της Ελλάδας, και ανέλαβε την προστασία των αρχαιοτήτων. Στα πλαίσια της σύστασης του Ελληνικού Κράτους το 1827, η Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας θέσπισε με ψήφισμα την απαγόρευση πώλησης και μεταφοράς αρχαιοτήτων εκτός της επικράτειας του νεοσύστατου κράτους. Ο Ιωάννης Καποδίστριας με τη σειρά του εξέδωσε διαταγή απαγόρευσης της εξαγωγής αρχαιοτήτων και την παραχώρησή τους στην Κυβέρνηση, πρακτική θεμελιακή για όλους τους μεταγενέστερους αρχαιολογικούς νόμους.

«Στη Θεσσαλία, τις πρώτες δεκαετίες μετά την απελευθέρωσή της, δεν υπήρχε ακόμη τοπική Αρχαιολογική Υπηρεσία, ούτε Αρχαιολογικό Μουσείο. Την προστασία των αρχαιοτήτων και γενικότερα το Αρχαιολογικό Έργο ασκούσαν αρχαιολόγοι που έρχονταν από την Αθήνα ή οι λεγόμενοι Έκτακτοι Επιμελητές Αρχαιοτήτων, κυρίως εκπαιδευτικοί (γυμνασιάρχες κ.ά.), οι οποίοι ορίζονταν για τα καθήκοντα αυτά από το Υπουργείο Παιδείας, στην αρμοδιότητα του οποίου υπαγόταν τότε η Αρχαιολογική Υπηρεσία.

Σημαντική ήταν και η συμβολή φιλάρχαιων τοπικών λογίων και αρχόντων, όπως και της Φιλαρχαίου Εταιρείας του Αλμυρού «ΟΘΡΥΣ» με τον πρωτοπόρο «ερασιτέχνη» αρχαιολόγο Νικόλαο Γιαννόπουλο. Όπως ήταν επόμενο, τα περισσότερα ευρήματα της εποχής αυτής, κυρίως τα πολύτιμα, μεταφέρονταν στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας για συντήρηση και ασφαλέστερη φύλαξη. Για τον λόγο αυτόν πολλά αρχαία αντικείμενα από τη Μαγνησία, αλλά και από ολόκληρη τη Θεσσαλία, βρίσκονται σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο» σημειώνει η κ. Ιντζεσίλογλου.

Η πρώτη κρατική Εφορεία Αρχαιοτήτων Θεσσαλίας ιδρύθηκε το 1906, με πρώτο έφορο Αρχαιοτήτων τον Απόστολο Αρβανιτόπουλο, και στη συνέχεια, το 1909, ιδρύθηκε το Αρχαιολογικό Μουσείο του Βόλου. Το 1910 ιδρύθηκε επίσης και το Αρχαιολογικό Μουσείο Αλμυρού από τη Φιλάρχαιο Εταιρεία. Από τότε και στο εξής τα αρχαιολογικά ευρήματα της Μαγνησίας φυλάσσονταν κυρίως στα Μουσεία του Βόλου και του Αλμυρού.

Από τη Μαγνησία στην Αθήνα

Τα αρχαιολογικά ευρήματα από την περιοχή μας που ανήκουν στις συλλογές του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου της Αθήνας, αποκαλύφθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, πριν την ίδρυση της αρχαιολογικής υπηρεσίας Θεσσαλίας και του Μουσείου του Βόλου.

Σπουδαία είναι τα ευρήματα των ανασκαφών στους τρεις μεγάλους μυκηναϊκούς θολωτούς τάφους της περιοχής, στους οποίος συγκαταλέγεται ο θολωτός τάφος Λαμιόσπιτο, στο Διμήνι, ανασκάφηκε το 1886-87 από τον γυμνασιάρχη Λάρισας Ελευθέριο Κούση και παρά το γεγονός ότι βρέθηκε συλημένος, εντούτοις, περιείχε σπουδαία ευρήματα. Συγκεκριμένα μεταφέρθηκαν στην Αθήνα για φύλαξη και συντήρηση 700 μικρά αντικείμενα, υπολείμματα κοσμημάτων από γυαλί, χρυσά, χάλκινα, οστέινα, ελεφαντοστέινα, λίθινα, από αχάτη και κοχύλια, μικρά κοσμήματα όπως δαχτυλίδια και σκουλαρίκια, καθώς και διακοσμητικά στοιχεία από τα ρούχα των νεκρών.

Αντίστοιχα δεδομένα έχουν προκύψει και από την ανασκαφική έρευνα στον θολωτό τάφο Τούμπα του Διμηνιού, από τον έφορο Αρχαιοτήτων Βαλέριο Στάη, το 1901. Το εσωτερικό του τάφου ήταν επίσης συλημένο, αλλά βρέθηκαν αρκετά ευρήματα, κυρίως μικρά χρυσά και γυάλινα κοσμήματα.

Ο τρίτος μεγάλος θολωτός μυκηναϊκός τάφος που ανασκάφηκε στην περιοχή μας, το 1905 από τον Έφορο Αρχαιοτήτων Κωνσταντίνο Κουρουνιώτη, βρίσκεται στον περίβολο του ναού των Αγίων Αναργύρων στο Καπακλί, και ήταν ασύλητος. Οι ανασκαφές έφεραν στο φως πολλά χρυσά, αργυρά και γυάλινα κοσμήματα, καθώς και πήλινα αγγεία, όλα εκπληκτικής αισθητικής, τα οποία προκαλούν τον θαυμασμό. Όλα τα παραπάνω βρίσκονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο «διότι δεν υπήρχε οργανωμένη υπηρεσία στην Θεσσαλία και η πρακτική της εποχής επέβαλε την μεταφορά τους στην Αθήνα, με την εποπτεία της κεντρικής υπηρεσίας που ήταν αρμόδια για όλη την Ελλάδα, για λόγους ασφαλείας» εξηγεί η κ. Ιντζεσίλογλου.

Στις προθήκες του ίδιου Μουσείου βρίσκονται, εξάλλου και τα πρώτα ευρήματα που αποκάλυψαν οι συστηματικές ανασκαφές στους προϊστορικούς οικισμούς του Διμηνίου και του Σέσκλου, που ξεκίνησαν την ίδια περίοδο, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Εντυπωσιακά ευρήματα, όπως αγγεία, λίθινα εργαλεία και πήλινα ειδώλια, αλλά και προϊστορικά κοσμήματα από λίθο και κοχύλια, που αποκαλύφθηκαν από τον Χρήστο Τσούντα, μεταφέρθηκαν στο Εθνικό Μουσείο πριν από την ίδρυση του Αρχαιολογικού Μουσείου Βόλου.

Στις ομάδες των αρχαιολογικών ευρημάτων της Μαγνησίας που βρίσκονται στο Εθνικό Μουσείο της Αθήνας, εξέχουσα θέση κατέχει και η Αρχαία Δημητριάδα. Οι πρώτες συστηματικές ανασκαφές του Απόστολου Αρβανιτόπουλου που ξεκίνησαν το 1906, αποκάλυψαν μεγάλα τμήματα των τειχών της αρχαίας Δημητριάδας και τις περίφημες γραπτές στήλες, οι οποίες κατέχουν περίοπτη θέση στο αρχαιολογικό Μουσείο του Βόλου.

Επίσης στο ίδιο Μουσείο μεταφέρθηκαν τα πρώτα ευρήματα από τον ναό του Θαυλίου Διός στις αρχαίες Φερές. Οι πρώτες ανασκαφές αποκάλυψαν δεκάδες χάλκινα αναθήματα, όπως κοσμήματα, πόρπες, περόνες και περίφημα χάλκινα πλακίδια με ψηφίσματα απονομής προνομίων σε πολίτες από διάφορες περιοχές της Ελλάδας, οι οποίοι ευεργέτησαν την πόλη των Φερών. Πρόκειται για εξαιρετικής σημασίας ευρήματα, που χρονολογούνται στην γεωμετρική, αρχαϊκή και κλασική εποχή.

Πηγή: taxydromos.gr (Γλυκερία Υδραίου)